Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη 24 Μαρτίου 2015

Bullying: Περί νεανικής "Παραβατικότητας"

Με σοβαρή, ασήμαντη ή και χωρίς αφορμή το θέμα σπρώχνεται κατά καιρούς στην επικαιρότητα. Ιδιαίτερα μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’90, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έρχεται και ξανάρχεται όλο και πιο συχνά στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (ΜΜΕ). Ο λόγος για την παιδική-νεανική εγκληματικότητα ή παραβατικότητα, όπως η σύγχρονη ορολογία επιχειρεί να επιβάλει.

Ούτε οι ημερομηνίες (τελευταία δεκαετία) που ουσιαστικά πύκνωσε η ανάλογη καμπάνια είναι τυχαίες ούτε η ορολογία που χρησιμοποιείται.

Οι ημερομηνίες δεν είναι άσχετες από μια ιδεολογία και τρόπο ζωής που επιχειρείται να επιβληθεί στη χώρα με ιδιαίτερη ένταση τα τελευταία χρόνια που εφαρμόζονται οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις. Ο δε όρος «παραβατικότητα» έχει επιλεγεί έτσι που να είναι ολίγον κοινωνιολογικός, ολίγον νομικός, ολίγον απ’ όλα και τίποτα συγκεκριμένο, για να μπορεί με πολύ σχετικότητα και ασάφεια να πιάνει όσο γίνεται περισσότερες περιπτώσεις, να δημιουργεί και να πολλαπλασιάζει ανασφάλειες, φόβους και ενοχές από τη μια, αλλά και να σπρώχνει στη δημιουργία μορφών πραγματικής νεανικής εγκληματικής δραστηριότητας. Μια νεανική εγκληματικότητα που ίσως να αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια με κύρια αιτία τη διάδοση των ναρκωτικών, για την οποία έτσι και αλλιώς δεν είναι καθόλου αθώοι οι μηχανισμοί του συστήματος.

Αλλωστε την «παραβατικότητα» όποιος την ψάχνει τη βρίσκει παντού, αφού όλες οι μελέτες αποδείχνουν πως ο κοινωνικός άνθρωπος δεκάδες φορές καθημερινά πέφτει σε παραπτώματα της λεγόμενης παραβατικότητας, που όμως δεν έχουν καμιά συνέπεια, αφού είτε είναι τόσο ασήμαντα που κανένας δεν ασχολείται μαζί τους είτε δε συμπίπτουν με μια ιδιαίτερη καμπάνια ενάντια σε κάποιο συγκεκριμένο είδος παραβατικότητας. Για παράδειγμα, με πολύ φυσικότητα μπορεί κάποιος που οδηγεί αυτοκίνητο να στρίβει για χρόνια καθημερινά σε ένα δρόμο χωρίς μεγάλη κυκλοφορία και να μην ανάβει φλας. Σε μια ιδιαίτερη περίπτωση ειδικού μπλοκ της τροχαίας σ' αυτή την περιοχή θα πάρει κλήση. Μετά μπορεί για όλη την υπόλοιπη ζωή του να συνεχίσει να στρίβει όπως έχει συνηθίσει, χωρίς να ανάβει το φλας.

Επίσης έχει παρατηρηθεί πως το ίδιο είδος της λεγόμενης παραβατικότητας αντιμετωπίζεται διαφορετικά σε διαφορετικές περιπτώσεις. Για παράδειγμα μια θορυβώδης παρέα νέων ανθρώπων λαϊκής καταγωγής (πολύ περισσότερο αν είναι και αλλοδαποί) στους δρόμους της Φιλοθέης προκαλούν παρενόχληση της κοινής ησυχίας και ίσως συλληφθούν για εξακρίβωση στοιχείων, ενώ μια ανάλογη παρέα αστικής καταγωγής στον Κολωνό ή στο Μπουρνάζι θεωρείται ότι διασκεδάζει...

Χώρια που η παραβατικότητα είναι έννοια που σχετίζεται με το χρόνο. Για παράδειγμα, στο σημερινό Λονδίνο είσαι παραβατικός αν καπνίζεις σε δημόσιο χώρο. Πριν από λίγα χρόνια επιτρεπόταν το κάπνισμα ακόμα και μέσα στα δημόσια μέσα μεταφοράς και επίσης σε πολλές αίθουσες εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Στις σημερινές ΗΠΑ οι καπνιστές ταυτίζονται σχεδόν με εγκληματίες.

Στόχος η διαμόρφωση

 Ολοι οι τάχα αρμόδιοι με τους τρόπους που φέρνουν το θέμα «νεανικής παραβατικότητας» στην επικαιρότητα ουσιαστικά καταφέρνουν να ενεργοποιήσουν συντηρητικά αντανακλαστικά στην κοινωνία και ταυτόχρονα θεμελιώνουν τη δημιουργία της νεανικής εγκληματικότητας εκεί που δεν υπάρχει. Φυσικά όλοι τους δεν μετέχουν σε κανένα κεντρικό σχεδιασμό διαμόρφωσης συγκεκριμένης κατά παραγγελία κοινωνικής συνείδησης και πράξης, όμως λειτουργούν στον «αυτόματο» που έχει ενεργοποιηθεί έτσι και αλλιώς μέσα σε συγκεκριμένες κοινωνικές συνθήκες.
Αν για παράδειγμα το κίνητρο ενός δημοσιογράφου είναι μόνο η θεαματικότητα, δε σημαίνει πως ακόμα και ασυνείδητα δε θα παίξει τον καθορισμένο ρόλο, δηλαδή να σκαλίζει το πιθανό ξερό χώμα της όποιας νεανικής εγκληματικότητας, να προσπαθεί να την κάνει να φυτρώσει και ταυτόχρονα να τρομάζει την κοινωνία για την ύπαρξή της πριν ακόμα υπάρξει. Το ίδιο ισχύει για τον «ειδικό επιστήμονα», που πιθανό κίνητρο έχει την προβολή του και χειρίζεται τις όποιες γνώσεις, στοιχεία αλλά και δυνατότητές του με τον πιο ανεύθυνο τρόπο. Κίνητρα που διαμορφώνονται μέσα στα γρανάζια του εκμεταλλευτικού συστήματος, όταν ενεργοποιούνται από ανθρώπους λειτουργούν σαν το καύσιμο που βάζει σε λειτουργία αυτά τα γρανάζια και επιτρέπει στο εκμεταλλευτικό σύστημα να διατηρείται και να διαιωνίζεται. Με άλλα λόγια τα κίνητρα του εκμεταλλευτικού συστήματος, που ενεργοποιούν τους αυτοματισμούς-ανάσες ζωής του, μετατρέπουν αυτόν που θα τα πάρει στα σοβαρά σε θύμα και συνένοχο ταυτόχρονα. Θύμα του συστήματος που τον εκμεταλλεύεται και ταυτόχρονα τον οδηγεί σε όλο και βαθύτερη αποξένωση, αλλά και παράλληλα συνένοχος, αφού κάνει ότι μπορεί για να συντηρήσει αυτό ακριβώς το σύστημα.


Δεν υπάρχει μυστικό 


 Φυσικά έτσι και αλλιώς δε ζούμε σε έναν αθώο κόσμο και όλοι όσοι συμμετέχουν στο να ρίχνουν τον προβολέα σε όποια υπαρκτά άλλα κύρια ανύπαρκτα κατασκευασμένα περιστατικά δεν είναι άσχετοι και είναι αρκετοί απ' αυτούς που γνωρίζουν τρόπους και μεθόδους διαμόρφωσης πραγματικού από το πλασματικά πραγματικό ή ολόκληρο από το ελάχιστα πραγματικό.
Αλλωστε δεν υπάρχει κανένα μυστικό. Οι τρόποι είναι πολύ γνωστοί και δοκιμασμένοι από χρόνια. Για παράδειγμα ήδη τη δεκαετία του ‘70 στα βρετανικά πανεπιστήμια διδάσκονταν το πώς δημιουργήθηκε το πρόβλημα των «Μομπς και των Ρόκερς». Επρόκειτο για ομάδες νέων που τη δεκαετία του ‘60 άκουγαν την ίδια ακριβώς μουσική, είχαν ίδιες συνήθειες, πήγαιναν στους ίδιους τόπους διασκέδασης κλπ. Συγκεντρώνονταν κύρια στις παραλίες της Βρετανίας το σαββατοκύριακο. Η μοναδική τους διαφορά ήταν πως οι μεν προτιμούσαν να ντύνονται με ρούχα από ύφασμα και οι άλλοι κύρια με δερμάτινα.

Ηταν φυσικό και μόνο η εμφάνισή τους, πολύ περισσότερο οι χοροί και τα τραγούδια τους, να προκαλούν τις συντηρητικές τότε κοινωνίες του Μπράιτον, του Πόρτσμουθ κ.ά. και ιδιαίτερα τους μεσοαστούς που πήγαιναν σ' αυτά τα μέρη για άλλου τύπου διασκέδαση και παραθερισμό. Πάντως εκτός απ' αυτή την αντικειμενική ως ένα βαθμό πρόκληση τίποτα ουσιαστικά δεν συνέβαινε μεταξύ αυτών των «διαφορετικών» ομάδων των νέων.

Οι εφημερίδες της εποχής άρχισαν να γράφουν για «Μάχες στη παραλία του Μπράιτον» ή για «Αίμα από τις συγκρούσεις των Μομπς και Ρόκερς» και ανάλογα δημοσιεύματα του είδους. Δημοσιεύονταν ταυτόχρονα φωτογραφίες επιλεγμένες έτσι που να δείχνουν τάχα βίαιες συγκρούσεις μεταξύ των διαφορετικών ομάδων.

Σιγά-σιγά και με την επιμονή των δημοσιευμάτων άρχισε να λειτουργεί ο αυτόματος μηχανισμός. Οι νέοι άρχισαν να βλέπουν τον εαυτό τους όπως τους βλέπουν όλοι οι άλλοι. Πρόκειται για νόμο της κοινωνικής ψυχολογίας, που τον γνωρίζουν καλά όσοι επιχειρούν να στήσουν τέτοια παιχνίδια. Οταν όλοι τούς έβλεπαν να είναι βίαιοι και να συγκρούονται μεταξύ τους, αυτοί με μία κλιμάκωση υιοθετούσαν αυτό που περίμεναν όλοι απ' αυτούς και πλέον προσπαθούσαν να ανταποκριθούν σ' αυτό. Ξεκίνησαν πλέον οι πραγματικές συγκρούσεις, όπου συναντιόνταν μέλη των ουσιαστικά διαφορετικά ντυμένων ομάδων. Δημιουργήθηκαν προηγούμενα και η βία μεταξύ τους κλιμακώνονταν. Τα δημοσιεύματα άλλαξαν τόνο, αλλά στην ίδια κατεύθυνση άρχισαν να γράφουν πως «δεν υπάρχει κράτος», «είναι λειψή η αστυνόμευση» και άλλα του είδους. Στο χορό πλέον των συγκρούσεων μπήκε και η αστυνομία...

Το μάθημα αυτό διδασκόταν στα βρετανικά πανεπιστήμια τη δεκαετία του ‘70. Οι πάλαι ποτέ «Μομπς και Ρόκερς» ήταν ήδη περίπου σαραντάρηδες και όμως συνέχιζαν να συγκρούονται κάθε φορά που οι μεν και οι δε νοσταλγούσαν τη μουσική και τη διασκέδαση των νεανικών τους χρόνων και συναντιόνταν σε κάποια παραλία ή συναυλία. Από την αρχή δεν είχαν να μοιράσουν τίποτα και όμως οι εικονικές διαφορές διαμόρφωσαν «πραγματικές».
Ανάλογες μέθοδοι χρησιμοποιήθηκαν επίσης για να δημιουργηθούν οι κάποτε «σκληροί οπαδοί της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ». Επίσης με τον ίδιο τρόπο επιχείρησαν να υπονομεύσουν τις τότε μεγάλες διαδηλώσεις ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ. Για παράδειγμα, μήνες πριν έγραφαν για αναμενόμενη βία και συγκρούσεις μεταξύ των διαδηλωτών. Οταν έγιναν τελικά οι διαδηλώσεις και δεν υπήρξε η παραμικρή σύγκρουση, κυκλοφόρησαν εφημερίδες που επέμεναν ότι έγιναν επεισόδια και μάλιστα κάποιες πιο ευρηματικές είχαν και στημένες φωτογραφίες...


Οι "δαιμόνιοι ρεπόρτερ" και οι "ειδικοί"


 Οταν αυτές οι μέθοδοι διδάσκονταν στα πανεπιστήμια τριάντα τόσα χρόνια πριν, είναι δυνατόν να είναι άγνωστες στην καπιταλιστική Ελλάδα των τόσων ειδικών με την τόση πολυπραγμοσύνη;
Για παράδειγμα, η υπόθεση ξεκίνησε να προβάλλεται με εντατικούς ρυθμούς στα μέσα της δεκαετίας του ‘90. Ηταν τότε που διάφοροι «δαιμόνιοι ρεπόρτερ» ανακάλυψαν εφηβικές συμμορίες κύρια στα δυτικά προάστια της Αθήνας. Ουσιαστικά πρόκειται για πανομοιότυπα ρεπορτάζ που συνεχίζονται μέχρι σήμερα. Ο λόγος σε μεταφέρει σε μια ατμόσφαιρα «Μπάχια το λιμάνι όλων των αγίων» ή «Πέντρο Μπάλα» (έργα του Χ. Αμάντο για τις παιδικές συμμορίες στη Βραζιλία). Οι εικόνες είναι από κάποιο πάρκο ή γήπεδο ή κάποιο προαύλιο σχολείου. Μάλιστα όπως είναι πολύ φυσικό τα παιδιά με τα σκεπασμένα πρόσωπα παίζουν χειρονομώντας μεταξύ τους με πλασματικές συγκρούσεις, όπως έπαιζαν τα παιδιά όλου του κόσμου σε όλες τις εποχές και σε όλες τις συνθήκες. Και αλίμονο αν το διακόψουν. Θα διακοπεί και η κοινωνικοποίησή τους και θα μπουν τότε στους δοκιμαστικούς σωλήνες του κατά καιρούς «πολιτικά ορθού». Αυτό βέβαια δεν προκαλεί στο «δαιμόνιο ρεπόρτερ» κανένα δισταγμό να μιλάει για βία γενικώς και να ρίχνει μύδρους ενάντιά της.

Τα σκεπασμένα πρόσωπα και οι γυρισμένες πλάτες των «αυτόπτων μαρτύρων», άλλοθι της δεοντολογίας, διευκολύνουν την ασάφεια και κατά συνέπεια την αυθαιρεσία. Αν υπήρχε σεβασμός στη δεοντολογία δε θα έπαιζαν ταυτόχρονα σκηνές από κινηματογραφικές ταινίες για να ενεργοποιήσουν κατάλληλους συνειρμούς. Σε τελευταία ανάλυση η χρήση εικόνων από ταινίες στα ρεπορτάζ απαγορεύεται από τον «κώδικα δεοντολογίας», που έχει ψηφιστεί πλέον και είναι νόμος του αστικού κράτους. Ποιος όμως δίνει σημασία σε τέτοιες ...λεπτομέρειες.
Αν κατά τύχη υπάρχει και κάποιο ίχνος πραγματικότητας στην όλη σκηνοθεσία, δηλαδή κάποιος αληθινός παιδικός καυγάς ή κάποια αρπαγή κινητού ή ποδηλάτου, τότε αυτό το μοναδικό πραγματικό διογκώνεται με λέξεις, όπως «άγριο ξυλοκόπημα», «ληστεία» και άλλα ανάλογα.
Οταν έχει δημιουργηθεί η κατάλληλη ατμόσφαιρα, έρχεται η σειρά των ειδικών, κατά προτίμηση εγκληματολόγων ή και αστυνομικών, έτσι που να φαίνεται πως η υπόθεση «παιδικές συμμορίες» είναι τελειωμένη υπόθεση, υπάρχουν και δρουν και ...κάτι πρέπει να γίνει μ’ αυτές.


Φυσικά παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των ΜΜΕ και των άλλων αρμοδίων, στους δρόμους του Περιστερίου, του Αιγάλεω και της Νίκαιας μπορεί να έχεις πρόβλημα πάρκινγκ από τα πολλά αυτοκίνητα αλλά δε θα συναντήσεις «παιδικές συμμορίες». Ακόμα και στους χώρους που μερικά χρόνια νωρίτερα ήταν χώροι συγκέντρωσης και παιχνιδιού της νεολαίας (γήπεδα πέντε επί πέντε, μπάσκετ κλπ.), τώρα, αν υπάρχουν κάποια παιδιά, είναι αυτά που στη πραγματικότητα δεν παίζουν, αλλά είναι σε οργανωμένα αθλητικά σωματεία, όπου τη συμμετοχή τους την πληρώνουν οι γονείς τους αδρά και η εμφάνισή τους έχει για χορηγό τον τοπικό επιχειρηματία. Η δε προπόνηση που δεν είναι παιχνίδι γίνεται υπό το άγρυπνο βλέμμα των γονιών τους που τις περισσότερες φορές τα έχουν συνοδεύσει εκεί με το αυτοκίνητο... Πού βρίσκουν λοιπόν οι «δαιμόνιοι» τα σκηνικά που στήνουν, είναι φαίνεται δική τους δουλειά και του σκηνοθέτη τους...



Όταν κάτι "γίνεται" μπορεί να επαναληφθεί


 Παρ’ όλα αυτά όμως η δουλειά των «αρμοδίων» δεν πάει στο βρόντο. Πρώτ’ απ' όλα έχουν δημιουργήσει στερεότυπο που πολλές φορές λειτουργεί πολύ πιο αποτελεσματικά από οτιδήποτε πραγματικό, αφού σημασία δεν έχει τόσο πολύ το πραγματικό, όσο το τι έχει υποβληθεί στο πολύ κόσμο πως είναι πραγματικό. Μάλιστα στο όνομα ενός τέτοιου διαμορφωμένου στερεότυπου ήδη κάποιοι δήμοι διαμορφώνουν «Επιτροπές κατά της νεανικής παραβατικότητας». Παίρνουν δηλαδή πρώτα τη γκλίτσα και περιμένουν το κοπάδι να εμφανιστεί...
Επίσης αντικειμενικά, μετά από τέτοιο κοινωνικοψυχολογικό βομβαρδισμό, ενεργοποιείται σε κάποιους νέους ο μηχανισμός της ταύτισης. Αφού κάτι «γίνεται», αυτό σημαίνει πως μπορεί να γίνει-επαναληφθεί και άρα και εμείς μπορούμε να το κάνουμε. Πώς να τους εξηγήσεις πως ποτέ δεν υπήρξε αυτό το «γίνεται», αλλά κάποιοι τους σπρώχνουν για να γίνει; Για παράδειγμα λίγα χρόνια πριν ανάμεσα σε όλους τους μύθους της αμερικάνικης βιομηχανίας κινηματογράφου είχε κατασκευαστεί το παραμύθι των «συμμοριών με τις μοτοσικλέτες» που ζούσαν ξένοιαστοι στους απέραντους αυτοκινητόδρομους και τρομοκρατούσαν τις μικροαστικές κωμοπόλεις.
Ποτέ δεν υπήρξε τέτοια εποχή και τέτοιες συμμορίες. Ομως στην Ευρώπη χιλιάδες νέοι είχαν πάρει στα σοβαρά τη μυθολογία και προσπαθούσαν να μιμηθούν. Χώρια το στερεότυπο εκείνης της εποχής, που εκείνος που καβαλούσε μοτοσικλέτα ήταν σχεδόν ταυτισμένος με κακοποιό στοιχείο. Μεγαλογιατρός διηγούνταν στο γράφοντα πως τη δεκαετία του ’70 τον είχε κτυπήσει αυτοκίνητο με τη μοτοσικλέτα του ενώ κυκλοφορούσε στην οδό Σόλωνος και οι περαστικοί έλεγαν «καλά να πάθει αφού είναι μηχανόβιος...».

Επίσης, το ότι αυτό που «γίνεται» είναι δυνατόν να γίνει μέσω του μηχανισμού της ταύτισης το έζησε πρόσφατα όλη η Ελλάδα με τα περίφημα βίντεο των κινητών τηλεφώνων. Είχαν προηγηθεί αρκετά χρόνια «διαπαιδαγώγησης» από τα ποικίλα ριάλιτυ σόου.

Αυτό που ενώνει για κάποιο λόγο κάποιους νέους σε ξεχωριστές ομάδες είναι αυτό που τους χωρίζει από κάποιους άλλους. Η αρχική «πρώτη ύλη» μπορεί να είναι το πιο αθώο παιχνίδι ή ακόμα μια ιδιομορφία στο ντύσιμο ή ο τόπος κατοικίας ή η ποδοσφαιρική ομάδα που υποστηρίζουν. Οταν ενεργοποιούνται οι κατάλληλοι κοινωνικοψυχολογικοί μηχανισμοί οι τέτοιες ομαδοποιήσεις, που είναι φυσικές και απαραίτητες ως ένα βαθμό στη κοινωνικοποίηση, μετατρέπονται σε πιθανότητες της λεγόμενης παραβατικής συμπεριφοράς. Οι φίλοι του ποδηλάτου BMX ή του πατινιού με την ξεχωριστή τους εμφάνιση, εκείνοι που χτενίζονται «μόικανς», οι κάτοικοι κάποιου λαϊκού προαστίου που συνορεύει με κάποιο πιο μεσοαστικό, είναι πιθανά μελλοντικά θύματα της πλασματικής πραγματικότητας, αν την πάρουν στα σοβαρά.


Οσοι βιάζονται να πουν πως υπερβάλλουμε, ας θυμηθούν τι μηχανή πήγαινε να στηθεί από τις διαφημιστικές εταιρίες και με συνένοχους τους σχολιαστές των ΜΜΕ με το «Γκούτσι φόρεμα». Ούτε λίγο ούτε πολύ πήγαιναν να πείσουν ένα κοινό πως με αφορμή αυτό το τραγουδάκι συγκρούονταν οι νεολαίοι των δυτικών με τα βόρεια προάστια. Ούτε ένα σοβαρό τέτοιο περιστατικό δεν καταγγέλθηκε ποτέ, αλλά το παραμύθι πήγαινε σύννεφο...
Ακόμα πιο σοβαρά να θυμηθούμε πως ποτέ στα προηγούμενα χρόνια δεν υπήρχε πρόβλημα «μαντίλας» στις δυτικοευρωπαϊκές χώρες και πολύ περισσότερο στη Γαλλία και ιδιαίτερα στο Παρίσι. Τα παιδιά αυτά είχαν γεννηθεί στη Γαλλία. Δεν είχαν γνωρίσει ποτέ τη χώρα προέλευσης των γονιών τους, δεν είχαν καμιά σχέση με τη γλώσσα ή την κουλτούρα αυτών των χωρών προέλευσης. Ταυτόχρονα, αν και Γάλλοι πολίτες, ήταν δεύτερης κατηγορίας πολίτες και δεν ένιωθαν ποτέ πραγματικά Γάλλοι, λόγω της κοινωνικοοικονομικής θέσης στην οποία τους είχε καταδικάσει το αστικό κράτος. Αποδείχτηκαν πρόσφορο έδαφος να τους φυτρώσουν οι επιτήδειοι στη συνείδηση από την αρχή την πατρογονική θρησκεία που τους ξεχώριζε από τον εχθρικό κόσμο που βίωναν. Οταν τώρα με νόμο επιχειρήθηκε να τους αφαιρεθεί ακριβώς το σύμβολο που δήλωνε αυτή τη διαφορά, τότε υπήρξε και ο φανατισμός.


Χρειάζονται τα "Μαύρα Προβατα"


 Αρα το γεγονός πως δεν έχουν μέχρι σήμερα δημιουργηθεί πραγματικές νεανικές συμμορίες, γεγονός που οφείλεται σε ιστορικούς λόγους ανάπτυξης της ελληνικής κοινωνίας και του μέχρι πρότινος τρόπου ζωής, παρά τις προσπάθειες των αρμοδίων για το αντίθετο, δε σημαίνει πως δε θα κατορθώσουν να τις δημιουργήσουν στο μέλλον ή δε θα κατορθώσουν να δημιουργήσουν αληθινή εγκληματικότητα από την όποια ασήμαντη «παραβατικότητα».
Το εγκληματικό σύστημα της εκμετάλλευσης χρειάζεται αντίπαλο δέος για να υπάρχει. Δέος όχι πραγματικό, αλλά φτιαγμένο και αναπτυγμένο από τα σπλάχνα του, έτσι που να είναι του χεριού και του χειρισμού του. Χρειάζεται τα «μαύρα πρόβατα» για να τα δακτυλοδείχνει σαν αιτίες όλων των δεινών που δημιουργεί η εκμετάλλευση, που όμως πρέπει πάντα να καμουφλάρεται και το βάρος να πέφτει στους «άχρηστους, τεμπέληδες που δεν προσπαθούν, δεν πετυχαίνουν και καταντούν εγκληματίες». Ενα ανάλογο καμουφλάρισμα που γίνεται σε άλλη κλίμακα με το «κυνήγι της διαφθοράς» που υποτίθεται κάνουν οι αστοί πολιτικοί σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του ιμπεριαλιστικού συστήματος, σαν να είναι από την αρχή συνεννοημένοι.
Πρέπει με κάποιο τρόπο να τραβιέται η προσοχή της συνείδησης από τις πραγματικές αιτίες των δεινών, να προσανατολίζεται σε αλλότρια και να εξασφαλίζεται η επιβίωση του συστήματος. Κατά περίπτωση τέτοιο ρόλο μπορεί να παίζει και η λεγόμενη νεανική παραβατικότητα. Για παράδειγμα, αυτή η περίοδος είναι προεκλογική για τη Γαλλία και τόσο ο συντηρητικός Σαρκοζί όσο και η σοσιαλίστρια Σεγκολέν συναγωνίζονται ποιος θα πει τα σκληρότερα λόγια για τους νέους των λαϊκών προαστίων που διαμαρτύρονται και διαδηλώνουν επειδή τους έχουν καταδικάσει στην ανεργία και τη φτώχεια. Ο Σαρκοζί τους αποκάλεσε «αποβράσματα και αλήτες» και η Σεγκολέν είπε να «συλλαμβάνονται και να υπηρετούν σε στρατιωτικές σχολές».
Το πραγματικό πρόβλημα στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι τι λένε οι εκπρόσωποι των αστικών κομμάτων, αλλά για να λένε αυτά που λένε και μάλιστα να τα αναβαθμίζουν σε κύριο ζήτημα της προεκλογικής τους καμπάνιας πάει να πει πως έχει διαμορφωθεί ένα κοινό που τους ακούει και τους επιλέγει γι' αυτά που λένε. Δηλαδή με τον αποπροσανατολισμό έχει τόσο πολύ διαστρεβλωθεί η συνείδηση, έχουν ενεργοποιηθεί τόσο πολύ τα συντηρητικά αντανακλαστικά, που οι εργαζόμενοι είναι για άλλη μια φορά έτοιμοι να ψηφίσουν ενάντια στα πραγματικά τους συμφέροντα, για να αντιμετωπιστεί με καταστολή ένας «κίνδυνος» που δεν υπάρχει σαν κίνδυνος, αλλά διατηρείται και πολλαπλασιάζεται σαν κοινωνικό πρόβλημα από τις πολιτικές εκείνων που τάζουν τώρα την καταστολή.


Το κεφάλαιο και οι εκπρόσωποί του ξέρουν πολύ καλά τι κοινωνία έχουν διαμορφώσει και πόσο σκοπεύουν να τη χειροτερεύσουν στο μέλλον. Γνωρίζουν πως η φτώχεια και η ανεργία δημιουργεί σοβαρά κοινωνικά προβλήματα και άρα διεκδικήσεις που αμφισβητούν την εξουσία τους. Συνεπώς χρειάζονται όλο και μεγαλύτερους και σκληρότερους μηχανισμούς καταστολής για να αντιμετωπίσουν τη μελλοντική απειλή. Ενα από τα άλλοθί τους για την ανάπτυξη τέτοιων μηχανισμών είναι και η λεγόμενη νεανική παραβατικότητα. Φανταστική ή πραγματική, όταν έχουν κατορθώσει να την δημιουργήσουν.


Μήπως στις πρόσφατες κινητοποιήσεις των μαθητών δεν επιχείρησαν με ό,τι μέσο διέθεταν να κάνουν παιχνίδι συνειρμών, έτσι που να συγχέονται στη κοινωνική συνείδηση οι διεκδικήσεις των μαθητών με την παραβατικότητα ή ακόμα και με την εγκληματικότητα; Δεν κατασκεύασαν τάχα περιστατικά καταστροφών στα σχολεία; Δεν παρουσίασαν μεμονωμένα περιστατικά εγκληματικότητας που συμβαίνουν σε άσχετους χρόνους για να συνδέσουν τους συνειρμούς με τις καταλήψεις; Δεν πότισαν με φόβο και ανασφάλεια γονείς και κηδεμόνες;


"Να ανταγωνίζεσαι για να επιτύχεις"


 Η υπόθεση προβολή έως και δημιουργία της λεγόμενης νεανικής παραβατικότητας δεν είναι καθόλου άσχετη από το τι συμβαίνει στον ελληνικό μονοπωλιακό καπιταλισμό τα τελευταία χρόνια. Οι Μαρξ - Ενγκελς έχουν γράψει: «Αυτός ο τρόπος παραγωγής δεν πρέπει απλώς να θεωρηθεί ότι αποτελεί την αναπαραγωγή της φυσικής ύπαρξης των ατόμων. Είναι μάλλον μια καθορισμένη μορφή δραστηριότητας αυτών των ατόμων, ένας καθορισμένος τρόπος εκδήλωσης της ζωής τους, ένας καθορισμένος τρόπος ζωής (η υπογράμμιση των συγγραφέων) από μέρους τους. Ο τρόπος που τα άτομα εκδηλώνουν τη ζωή τους αντανακλά αυτό ακριβώς που είναι. Αυτό που αυτά είναι, συμπέφτει επομένως με τη παραγωγή τουςκαι με το τιπαράγουν και με το πώςτο παράγουν. Αυτό που είναι τα άτομα εξαρτιέται έτσι από τους υλικούς όρους που καθορίζουν την παραγωγή τους»[1].

Φυσικά είναι πολλά χρόνια πριν που η χώρα είναι αναπτυγμένος κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός και αυτοί οι διαμορφωμένοι υλικοί όροι διαμορφώνουν και τους συγκεκριμένους τρόπους ζωής που αντανακλούν στην κοινωνική συνείδηση. Ομως τα τελευταία χρόνια υπάρχουν εσωτερικές ποσοτικές και ποιοτικές αλλαγές που οξύνουν ακόμα περισσότερο τα φαινόμενα. Η επιβολή των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, που βρίσκονται σε εξέλιξη, επιδρούν άμεσα στον τρόπο ζωής και τον διαφοροποιούν με άμεση αντανάκλαση στις συνειδήσεις και ιδιαίτερα εκείνες των νέων ανθρώπων.

Σχεδόν από τη βρεφική ακόμα ηλικία μαθαίνει ότι «για να επιτύχει πρέπει να ανταγωνίζεται». Η έννοια της «επιτυχίας» είναι ταυτισμένη με όλα αυτά που γίνονται αποδεκτά και ποτίζουν τα κλαδιά του συστήματος της εκμετάλλευσης. Οργανα για να γεμίζουν την παιδική συνείδηση με τέτοιες έννοιες είναι όλοι οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του εποικοδομήματος, μαζί με τη λεγόμενη «κοινωνική παρακολούθηση» που σε πολλές περιπτώσεις οι φορείς της βρίσκονται και μέσα στην ίδια του την οικογένεια.

Ετσι αξίες όπως οι «καλοί βαθμοί», «τα πολλά πτυχία» ή «οι καλές αθλητικές επιδόσεις», που κατά περίπτωση οδηγούν σε κάποιου είδους «επιτυχία», αποξενώνονται από το περιεχόμενό τους και μετατρέπονται σε σκοπούς. Το γεγονός πως «αξία έχει το ωραίο ταξίδι...», δηλαδή η μόρφωση και η υγιής κοινωνικοποίηση που αναβαθμίζει την προσωπικότητα, θεωρείται στο σύγχρονο κόσμο το λιγότερο σαν ανευθυνότητα, αφού θεωρείται πως σε παρεκκλίνει από τον δρόμο της «επιτυχίας».
«Επιτυχία» που είναι ταυτισμένη με τη μελλοντική μετατροπή του νέου ανθρώπου σε εκμεταλλευτή ή σε άνθρωπο που να υπηρετεί από τέτοια θέση και με τέτοιο τρόπο τους εκμεταλλευτές, ώστε να βρίσκεται πάντα κοντά στη πιθανότητα να πάρει τη θέση τους. Ανεξάρτητα αν ντύνεται αυτός ο σκοπός με λέξεις διαφορετικές, όπως «επιχειρηματικότητα», που όμως δεν μπορούν να κρύψουν τον έτσι και αλλιώς μελλοντικό νόμιμο εγκληματία. Σε αντίθετη περίπτωση μιλούν για «αποτυχία» με όλες τις συνέπειες στην ψυχοσύνθεση, που σημαίνει ο όρος και στους κοινωνικούς ρόλους που του προετοιμάζουν, έως και το σπρώξιμο στο άλλου -πλέον- είδους έγκλημα. Εκείνο που το δημιουργούν μεν αλλά το καταδιώκουν.
Εκεί είναι που χάνεται η παιδική ηλικία, σβήνουν τα σύνορα της παιδικότητας με την εφηβεία, καταργείται η διαδικασία της αληθινής μόρφωσης, το παιχνίδι, η φυσιολογική σωματική και πνευματική ανάπτυξη.

Εκεί είναι που στο όνομα του «καλού βαθμού» δεν έχει σημασία τι διδασκόμαστε ούτε αν αντιγράφουμε για να τον κερδίσουμε. Ετσι και αλλιώς η καπιταλιστική κοινωνία έχει ανάγκη περισσότερο τον τύπο του «εξυπνάκια» παρά του πραγματικά μορφωμένου. Εκείνου που μπορεί να επιβιώνει σαν νόμιμος εγκληματίας.
Εκεί είναι που στο όνομα της «καλής αθλητικής επίδοσης», που θα δώσει μόρια για την εισαγωγή στις Ανώτατες σχολές και στη συνέχεια μόρια για την εξασφάλιση μιας θέσης στο δημόσιο, το παιχνίδι μετατρέπεται σε «άσκηση αλόγων του τσίρκου» που μαθαίνουν συγκεκριμένα πράγματα μόνο για να κάνουν ...τα νούμερά τους σωστά. Εκεί είναι που δεν πειράζει αν γίνει και κάποια χρήση αναβολικών που θα εξασφαλίσει αλλά και θα προγραμματίσει ακριβώς την περίοδο της επιτυχίας. Εκεί είναι που και πολλοί γονείς ακόμα, όχι μόνο κάνουν τα στραβά μάτια στη χρήση αναβολικών, αλλά προτρέπουν τα παιδιά τους, μην τυχόν και χαθεί ο προγραμματισμός...

Εκεί είναι που το ταπεινωτικό ρουσφέτι στο στρατό αναδείχνεται σε έξυπνη κίνηση για να αφήσει στους ανόητους την πραγματική θητεία. Φυσικά θα ακολουθήσει η επόμενη ταπεινωτική διαδικασία για την εξεύρεση δουλειάς και η ταυτόχρονη αφομοίωση στην υποταγή που απαιτεί το σύστημα.

Εκεί είναι που μια ολόκληρη κοινωνία μετατρέπεται σε «μόνιμα αρχίζοντες», αφού έχουν μπλεχτεί τα μέσα και οι σκοποί. Για παράδειγμα, γράφονται σε όσες γίνεται περισσότερες ξένες γλώσσες, μουσικά όργανα, σχολές χορού, πολεμικών τεχνών, γυμναστήρια, αθλητικές ομάδες κλπ., σαν αντανάκλαση της καταναλωτικής κοινωνίας. Δηλαδή σαν να πρόκειται για καταναλωτικά αγαθά, που αρκεί να τα αγοράσεις για να τα αποκτήσεις. Οταν όμως έρχεται η βαρύτητα της πραγματικότητας και ανακαλύπτουν πως όλα αυτά απαιτούν τους δικούς τους χρόνους και μια δεδομένη προσπάθεια, τα εγκαταλείπουν για να τρέξουν στο αμέσως επόμενο ανάλογο. Μια τέτοια διαδικασία αφήνει ψυχολογικά κενά αποτυχίας και σε πιο ώριμη ηλικία παρατηρείται πως πολλοί επανέρχονται με την ίδια όμως λογική του «Σόπινγκ θέραπι». Αρα με περισσότερα ψυχολογικά κενά.

Τα παραπάνω είναι τα πιο ελάχιστα δείγματα για την πίεση που δέχονται οι νέοι άνθρωποι στο σύγχρονο τρόπο ζωής, έτσι όπως διαμορφώνεται όλο και πιο βάρβαρος στις συνθήκες του εγκληματικού εκμεταλλευτικού συστήματος. Η διέξοδος δεν μπορεί να είναι όμως η γενική και αόριστη απόρριψή του, που θα οδηγήσει σε κάποιο περιθώριο βγαλμένο μέσα από τα σπλάχνα του και που γι’ αυτό το τρέφει και το φουσκώνει.

Η απόρριψη οφείλει να είναι συγκεκριμένη, επιστημονική και γι’ αυτό η μόνη ρεαλιστική. Με την οργανωμένη πάλη, με το κόμμα της εργατικής τάξης να τινάζει όχι μόνο τις αξίες και τα κίνητρα της εκμετάλλευσης, αλλά συθέμελα το σύστημα ολόκληρο, έτσι που να δημιουργηθεί πραγματικά ο άλλος κόσμος, ο σοσιαλισμός και να αρχίζει να διαμορφώνεται ο επόμενος άνθρωπος. Εκείνος που θα βγάζει από πάνω του κλιμακωτά ένα-ένα τα στοιχεία της αποξένωσης και θα αγγίξει τον πραγματικό Ανθρωπο.

Παύλος Αλέπης


Παραπομπές:

1. Κ. Μαρξ - Φρ. Ενγκελς: «Γερμανική Ιδεολογία», σελ. 61, εκδ. «Γκούντεμπεργκ».

Bullying: «Βία είναι να αμφισβητείτε την καπιταλιστική εξουσία»


«Βία είναι να αμφισβητείτε την καπιταλιστική εξουσία» 

"Η καταιγίδα που λυγίζει τις σημύδες
Θεωρείται βίαιη.
Καλά. Και η καταιγίδα που λυγίζει
Την πλάτη των εργατών στους δρόμους;"
Μπ. Μπρεχτ

Ξαφνικά... άνεμος αγάπης και αδελφοσύνης έπνευσε στα σχολεία όλης της χώρας. Υπουργοί που τσακίζουν τη ζωή των εργατών, οδηγούν στη χρεοκοπία το λαό και τον βομβαρδίζουν με τα πιο αισχρά τρομοκρατικά διλήμματα, διάφοροι καθηγητάδες και διευθυντές υπερασπιστές της πιο βάρβαρης πολιτικής, και φυσικά - λείπει ο Μάρτης απ' τη Σαρακοστή; - οι περιβόητες ΜΚΟ των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, των φανερών και υπόγειων σχεδιασμών, όλοι μαζί, με μια φωνή αποκήρυξαν τη... βία. Μιλάμε βέβαια για την προσπάθεια που ξεκίνησε φέτος με τη στήριξη του υπουργείου Παιδείας, ώστε η 6η Μάρτη να καθιερωθεί στα σχολεία όλης της χώρας ως «μέρα ενάντια στην ενδοσχολική βία».


 Μάθημα 1ο: «Ολα είναι βία»


Η «ενδοσχολική βία» που ανάγεται μάλιστα και σε φαινόμενο, για να του δοθεί μετά το απαραίτητο «επιστημονικό» βάρος, είναι μια ελεύθερη μεταφορά του όρου «bullying», που υπάρχει στην ορολογία σε χώρες του εξωτερικού και που σε ακόμα πιο ελεύθερη μετάφραση θα μπορούσαμε να αποδώσουμε ως «νταηλίκι» ορισμένων μαθητών προς συμμαθητές τους. Και μόνο ο ορισμός που δίνεται για το φαινόμενο αυτό γεννάει ερωτηματικά: «Η βία μεταξύ των μαθητών ή σχολικός εκφοβισμός είναι η εσκεμμένη, απρόκλητη, αδικαιολόγητη και επαναλαμβανόμενη επιθετική συμπεριφορά από μαθητές σε συμμαθητές τους, με στόχο να προκαλέσει φόβο, ανησυχία, σωματική και ψυχική οδύνη, ή ακόμη να οδηγήσει σε ένα όφελος, όπως ευχαρίστηση, κοινωνικό κύρος ή ένα υλικό απόκτημα. Παίρνει ποικίλες μορφές, όπως ο σωματικός και ο λεκτικός εκφοβισμός, ο έμμεσος εκφοβισμός (π.χ., διάδοση ψευδούς φήμης), ο φυλετικός/ρατσιστικός, ο σεξουαλικός, ο ηλεκτρονικός (μέσω κινητού τηλεφώνου και διαδικτύου) εκφοβισμός, η κλοπή και καταστροφή προσωπικών αντικειμένων, η απειλή και ο εξαναγκασμός, καθώς και ο κοινωνικός αποκλεισμός»1. Ορισμός - ομπρέλα δηλαδή, κάθε άλλο παρά επιστημονικός (πόσο επιστημονικός είναι ένας ορισμός που χαρακτηρίζει την - οποιαδήποτε - συμπεριφορά ως «αδικαιολόγητη», δηλαδή χωρίς αιτίες; `Η που βρίσκει τον κοινωνικό αποκλεισμό να οφείλεται στο... «νταηλίκι» των συμμαθητών;). Ορισμός που τα χωράει όλα και τίποτα, ανάλογα με το τι ο καθένας καταλαβαίνει ή καλύτερα τι θέλει να καταλάβει.
Κι ας μην πει κανείς ότι διευκρινίζεται πως δεν μιλάμε για φυσιολογικές αντιδράσεις ή την επιθετικότητα του παιδιού, αλλά μιλάμε για«συνεχόμενα περιστατικά που χαρακτηρίζονται από την ανισότητα της δύναμης...»2. Αλήθεια, με τι υποδεκάμετρο και μεζούρα, βάζουν όλοι αυτοί τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη βία όπως εκείνοι την ορίζουν, και στις φυσιολογικές καταστάσεις που ζούνε τα παιδιά μεγαλώνοντας, όπως είναι π.χ. ένας τσακωμός πάνω στο παιχνίδι, οι κόντρες και τα πειράγματα, οι φιλίες που χαλάνε κι έπειτα ξαναφτιάχνονται, ακόμα και τα παιδικά «μίση», που όταν ο άνθρωπος μεγαλώνει τα αναπολεί και γελάει; Φαινόμενα δηλαδή φυσιολογικά, που υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν στις σχέσεις ανάμεσα στους μαθητές και που συμβάλλουν κι αυτά από τη μεριά τους στην κοινωνικοποίηση, στο πώς ο καθένας αντιλαμβάνεται τις σχέσεις του με τους γύρω και πώς διαμορφώνεται ο ψυχισμός; Μάλιστα, κάθε άλλο παρά καθησυχαστικές είναι οι διευκρινίσεις που κάνουν οι διάφοροι «ειδικοί», όπως αυτή που συναντάμε στην έκδοση με τίτλο «Ομαδική βία και επιθετικότητα στα σχολεία» της «Ειδικής Επιτροπής Μελέτης των Ομάδων Ενδοσχολικής Βίας»: «Αρκετές από τις επιθετικές συμπεριφορές μεταξύ των παιδιών, δεν συνιστούν κακοποίηση και έχουν περισσότερο επιπόλαιο χαρακτήρα, αν και θα μπορούσαν να αποτελούν προστάδιο αυτής»3. Τραβώντας αυτή τη λογική στα άκρα, ίσως δεν απέχει και πολύ ο καιρός που θα μας πουν πως όσοι έπαιξαν όταν ήταν παιδιά με ξύλινα σπαθιά, μάλλον από τύχη δεν έγιναν... μαχαιροβγάλτες. Κι όσοι πάνω στα νεύρα τους είπαν και μια παραπάνω κουβέντα σ' ένα συμμαθητή τους όταν ήταν μικροί, πρέπει να αισθάνονται ένοχοι γιατί μπορεί να κατέστρεψαν ένα συνάνθρωπο για μια ζωή...

Για να καταλάβει κανείς πόσο - εσκεμμένα - προβληματικός και θολός είναι ένας τέτοιος ορισμός ας σημειώσουμε εδώ πως, όπως μας ενημερώνει το ίδιο το «Δίκτυο κατά της βίας στο σχολείο»4, «τα περιστατικά ενδοσχολικής βίας και εκφοβισμού εκδηλώνονται με μεγαλύτερη συχνότητα στο δημοτικό και το γυμνάσιο και μειώνονται στο λύκειο»! Ισως, βέβαια, εδώ να βρήκαμε τη μοναδική απόδειξη της θεωρίας ότι ο άνθρωπος «είναι από τη φύση του κακός» και τον... εξημερώνει η καπιταλιστική κοινωνία και το αστικό σχολείο...

 Ανθρακες ο θησαυρός...

Κάποιος καλοπροαίρετος άνθρωπος μπορεί βέβαια να αναρωτηθεί: Εκεί που υπάρχει καπνός δεν υπάρχει και φωτιά; Δεν υπάρχουν φαινόμενα μέσα στα σχολεία, μαθητών που πουλάνε συστηματικά νταηλίκι απέναντι στους πιο αδύναμους ή ευαίσθητους συμμαθητές τους, που τραμπουκίζουν; Οπου υπάρχουν τέτοια προβλήματα δεν επηρεάζουν και τον ψυχισμό κάποιων παιδιών που σ' αυτές τις ηλικίες ακόμα διαμορφώνονται, είναι πιο ευαίσθητα, παίρνουν τα πράγματα πιο «τοις μετρητοίς»; Δεν πρέπει κάτι να γίνει για όλα αυτά; Ναι, υπάρχουν τέτοια προβλήματα. Και για όσους δεν το ξέρουν, στις περισσότερες περιπτώσεις οι μαθητές, οι δάσκαλοι, οι γονείς είναι παραπάνω από ώριμοι και ικανοί να τα λύνουν μόνοι τους, με όμορφο τρόπο, χωρίς την ανάγκη των διαφόρων καλοθελητών, ΜΚΟ, του υπουργείου κ.τ.λ.
Αλλο όμως αυτό, κι άλλο - εντελώς διαφορετικό και εκ του πονηρού - τα όποια περιστατικά να ανάγονται σε «μείζον ζήτημα», τα σχολεία να παρουσιάζονται ως «άντρα βίας» που έχουν καταληφθεί από 10χρονους και 12χρονους τραμπούκους(;!), που σπέρνουν τον τρόμο και προβληματίζουν όλη μέρα και όλη νύχτα τους γονείς των συμμαθητών τους. Αλλο να πεις πως ακόμα και το «νταηλίκι» σήμερα παίρνει νέες μορφές (π.χ. μέσα και από το διαδίκτυο κ.τ.λ.) και να συζητήσεις για τις αιτίες που γίνεται αυτό, για το πώς αξιοποιούνται π.χ. οι νέες τεχνολογίες στα πλαίσια αυτής της κοινωνίας, όχι για τις πραγματικές ανάγκες των εργαζομένων και των παιδιών τους αλλά για να αναπαράγουν σάπιες αξίες και πρότυπα και για να στρεβλώνουν την υγιή κοινωνικοποίηση, κι άλλο να βαφτίζεις τα πάντα «εκφοβισμό» και να αφήνεις την πόρτα ορθάνοιχτη ώστε κάθε διαφωνία, γιατί όχι και διαμάχη, να βαφτίζεται «εκφοβισμός», «λεκτική(;!) βία» και πάει λέγοντας. Αλλο και να χρεώνεις στο «νταηλίκι» κάποιων όλα αυτά που το σάπιο σύστημα δημιουργεί από τις ταξικές ανισότητες και τον ρατσισμό, μέχρι και την εγκατάλειψη του σχολείου.

 Μπορούμε να διαβεβαιώσουμε όσους ειλικρινά ανησυχούν: Οχι, τα σχολεία δεν έγιναν ακόμα «Χάρλεμ» και «Σικάγο». Οι εικόνες δεν θυμίζουν τα κολέγια που παρουσιάζονται στις χολιγουντιανές ταινίες, εκείνες που υποψιαζόμαστε ότι έχουν κατά νου οι λάτρεις των διαφόρων αγγλοσαξονικών και άλλων μοντέλων στην εκπαίδευση και οι λοιποί αμερικανόθρεφτοι. Το παραδέχονται εξάλλου έμμεσα και οι ίδιοι όταν λένε ότι στα ελληνικά σχολεία η βία εκδηλώνεται κυρίως... λεκτικά!

Οσο για το ποια είναι τα πραγματικά πιεστικά και μεγάλα προβλήματα που στοιχειώνουν και καταρρακώνουν τις ζωές των λαϊκών οικογενειών και των παιδιών τους, αφού... δεν γνωρίζουν κι αφού τόσο πολύ «νοιάζονται» οι υπουργοί και λοιποί που ψηφίζουν τα μνημόνια και τις συνθήκες της ΕΕ, που αφήνουν τα σχολεία χωρίς βιβλία, καθηγητές, πετρέλαιο, που καταδικάζουν ακόμα και παιδιά στον υποσιτισμό, ας πάνε καμιά βόλτα από τα σχολεία στις εργατογειτονιές, κι ας συζητήσουν με τα εκλεγμένα όργανα των μαθητών, με τα 15μελή και τα 5μελή, τα Συντονιστικά Αγώνα Σχολείων, με τους συλλόγους γονέων και καθηγητών, με τα σωματεία και τα συνδικάτα. Στο κάτω-κάτω θα τους έρθει και φτηνότερα από το να στήνουν συμβούλια και διαβούλια και να δικαιολογούν τόσους μισθούς και κονδύλια...

 Ιστορίες... για ψυχιάτρους

Σε όλα αυτά υπάρχει και μια άλλη πλευρά, πολύ της μόδας τελευταία, που δεν μπορούμε να μη σχολιάσουμε. Μιλάμε για την τάση των απολογητών του εκμεταλλευτικού συστήματος να ψυχολογικοποιούν τα πάντα και ιδιαίτερα τα κοινωνικά φαινόμενα. Χαρακτηριστικό, για παράδειγμα, είναι πως όπως μας ενημερώνει ο ειδικός γραμματέας του υπουργείου Παιδείας, Μ. Κοντογιάννης: «(...) Πρόκειται να υπογραφεί Πρωτόκολλο Συνεργασίας με το υπουργείο Υγείας για την άμεση παραπομπή φαινομένων ενδοσχολικής βίας σε Ιατροπαιδαγωγικά Κέντρα, Μονάδες Εφήβων του Ελληνικού Κέντρου Ψυχικής Υγιεινής και Ερευνών, Νοσοκομεία και Κέντρα Ψυχικής Υγείας»5.

Η βία - κατ' αυτούς - εντός και εκτός σχολείου είναι ζήτημα... ψυχικής υγιεινής, όπως και για την τραγική κατάσταση στο σπίτι των λαϊκών οικογενειών φταίει η... κακή ψυχολογία και ότι δεν βλέπουν το ποτήρι της εξαθλίωσης «μισογεμάτο». Τα τελευταία δύο χρόνια, μάθαμε ότι μέχρι και οι αγορές δεν κινούνται με βάση το κέρδος των καπιταλιστών, αλλά με βάση την... ψυχολογία.
Αντιλαμβανόμαστε ότι στους απολογητές του βάρβαρου εκμεταλλευτικού συστήματος, είναι δύσκολο να μιλήσουν για τις πραγματικές αιτίες των κοινωνικών φαινομένων, να μιλήσουν δηλαδή για τον καπιταλισμό που παρασάπισε, αναδίνει μπόχα από κάθε του πόρο, δεν παίρνει από μπαλώματα και πρέπει να ανατραπεί. Μαζί με τον προφανή αυτό στόχο, να κρύψουν δηλαδή τις πραγματικές αιτίες των φαινομένων, οι αντιεπιστημονικές αυτές θεωρίες έχουν κι ένα πιο ύπουλο: Να μετακυλίσουν και από αυτό το κανάλι την ευθύνη στους ίδιους τους εργαζόμενους γονείς, στις φτωχές λαϊκές οικογένειες, να τους πείσουν ότι είναι και αυτοί συνένοχοι για την αθλιότητα (κάτι σαν το «μαζί τα φάγαμε» του Πάγκαλου). Διαβάζουμε για παράδειγμα στην έκδοση «Ομαδική βία και επιθετικότητα στα σχολεία»: «Στην πραγματικότητα τα παιδιά δεν απειλούνται τόσο από τη βία που προέρχεται από συνομηλίκους τους, όσο από την αδυναμία των ενηλίκων να τους παρέχουν την απολύτως αναγκαία για την ομαλή ανάπτυξή τους παρουσία, συμμετοχή, υποστήριξη και διαπαιδαγώγηση στη ζωή τους»6.

Με δυο λόγια, για το ότι το αστικό σχολείο πνίγει τα παιδιά της εργατικής τάξης, διαιωνίζει τη φτώχεια και την εκμετάλλευση, την αμορφωσιά, για το μαύρο μέλλον που περιμένει τα παιδιά των εργαζόμενων, για τη βία, «φταίμε όλοι» και περισσότερο οι γονείς που δεν φροντίζουν τα παιδιά τους, που τα παραμελούν και γι' αυτό πρέπει να 'χουν τύψεις («Δεν είναι εθιστική η βία, οι τύψεις είναι» διαβάζουμε σε μια από τις... εμβριθείς παρουσιάσεις για το θέμα).

Η θέση αυτή καταλήγει και σε κάτι ακόμα: Αν ο εργαζόμενος, ο γονιός συνειδητοποιήσει ότι κάτι πρέπει να κάνει για την κατάσταση τη δική του και των παιδιών του, για να μην καταδικαστούν αιώνια στη ζωή κόλαση που τους οδηγούν οι καπιταλιστές, τότε καλύτερα να πάει... στον ψυχίατρο για group therapy (ομαδική ψυχοθεραπεία) και για «να ψάξει το πρόβλημα μέσα του», και όχι στους συναδέλφους και στο σωματείο, για να παλέψει μαζί με τους ανθρώπους της τάξης του, για τη ζωή που του αξίζει και του κλέβουν.

Μάθημα 2ο: «Πάνω απ' όλα η... υγεία»

Εκεί βέβαια που η υποκρισία και ο φαρισαϊσμός του υπουργείου και των υπόλοιπων ανεβαίνει σε νέα επίπεδα, είναι όταν προσπαθούν να παρουσιάσουν τις φιέστες ενάντια στην «ενδοσχολική βία» ως τμήμα της «Αγωγής Υγείας» που έχει ως στόχο «την εφαρμογή, παρακολούθηση και εξάπλωση των προγραμμάτων Αγωγής Υγείας στα σχολεία Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης όλης της χώρας»! Ακόμα κι αν παραβλέψει κανείς το πολύ απλό, ότι η ψυχική υγεία δεν έχει σε τίποτα να κάνει - και πόσο μάλλον δεν εξασφαλίζεται - με το «σαβουάρ βιβρ» και με το να μεγαλώνουν τα παιδιά μέσα σε δοκιμαστικούς σωλήνες, γιατί αν τάχα ακούσουν καμιά βρισιά θα χαλάσει το «φενγκ-σούι» (αλήθεια, πόση η υποκρισία όλων αυτών που έχουν για πολιτισμό τους τα μεσημεριανάδικα της κλειδαρότρυπας, τις ταινίες και τα βιντεοπαιχνίδια των διαφόρων μακελάρηδων!). Ακόμα λοιπόν κι αν κάποιος τα προσπεράσει όλα αυτά δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί: Για ποια υγεία των μαθητών και των λαϊκών οικογενειών μιλάνε αυτοί που διέλυσαν και εμπορευματοποίησαν το όποιο σύστημα Υγείας και Πρόνοιας είχαν κατακτήσει οι εργαζόμενοι τα προηγούμενα χρόνια και δεκαετίες; Που αφήνουν εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους, άνεργους και τα παιδιά τους ανασφάλιστους και ξεκρέμαστους, στο έλεος της τύχης, να παρακαλάνε να μην αρρωστήσουν γιατί δεν θα μπορούν να πληρώσουν για ένα αγαθό όπως είναι η υγεία; Αφού τόσο νοιάζονται για την υγεία των μαθητών, γιατί δεν υιοθετούν τα αιτήματα του μαθητικού και ευρύτερα του λαϊκού κινήματος για σχολικό γιατρό σε κάθε σχολείο, για πλήρη ασφάλιση και αποκλειστικά δωρεάν παροχές Υγείας σε όλους τους μαθητές;
Ρητορικό το ερώτημα, όταν αναφέρεται σε εκείνους που με την πολιτική τους αποφασίζουν και διατάζουν για λογαριασμό του κεφαλαίου το 2012 να υπάρχουν παιδιά που πηγαίνουν νηστικά στο σχολείο, που έχουν γονείς άνεργους ή τους βλέπουν να δουλεύουν μέρα και νύχτα και να μην τα βγάζουν πέρα, που καταδικάζουν τους σημερινούς μαθητές να δουλεύουν αύριο για 400 ευρώ το μήνα, ήλιο με ήλιο.


Ρητορικό το ερώτημα και για τους θιασώτες της ναρκω-κουλτούρας που την ίδια ώρα που τάχα «νοιάζονται» για την «ενδοσχολική βία», την ίδια ώρα φέρνουν νομοσχέδια για τη νομιμοποίηση και την απελευθέρωση της διακίνησης των ναρκωτικών, ελεεινολογούν απέναντι στο ΚΚΕ, την ΚΝΕ και τους μαζικούς φορείς, και υπερασπίζονται το «δικαίωμα των νέων στην αυτοπροσβολή», δηλαδή στην αυτοκτονία!

Προφανώς, όλα αυτά είναι καλά για την ψυχική υγεία και ισορροπία των μαθητών...


Τύφλα να 'χουν οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι...


Τότε, αφού το πρόβλημα δεν έχει το μέγεθος που λένε και δεν υφίσταται ως τέτοιο, γιατί το φουσκώνουν και το μεγεθύνουν; Γιατί στήνουν το σκιάχτρο της ενδοσχολικής βίας, παίζοντας ενδεχομένως και με την άγνοια λαϊκών οικογενειών;

Γιατί πολύ απλά το αστικό σχολείο, ως μηχανισμός για την αναπαραγωγή της αστικής ιδεολογίας, με ό,τι προβιά κι αν εμφανίστηκε ανά καιρούς, ποτέ δεν παραιτήθηκε από την προσπάθεια για την ιδεολογική χειραγώγηση των μαθητών αλλά και την καταστολή του όποιου ριζοσπαστισμού. Οπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος.

Χαρακτηριστικά γι' αυτήν την πλευρά και στόχευση του αστικού σχολείου είναι και τα όσα λέγονται γύρω από το θέμα της «ενδοσχολικής βίας» και της αντιμετώπισής της.
Στην ενότητα «τρόποι πρόληψης και αντιμετώπισης» της «ενδοσχολικής βίας», στην ιστοσελίδα του «Δικτύου κατά της βίας», διαβάζουμε για το τι πρέπει να γίνει ενάντια στην «ενδοσχολική βία» σε επίπεδο σχολείου:«...σύνταξη σχολικής επιτροπής ενάντια στον εκφοβισμό και την ενδοσχολική βία ... αύξηση της επίβλεψης του σχολικού χώρου»...

Απευθυνόμενοι προς τους δασκάλους και τους καθηγητές οι υπεύθυνοι του ΕΨΥΠΕ δίνουν έναν οδηγό... του καλού ντετέκτιβ: «... εξακριβώστε ποιο παιδί είναι αυτό που εκφοβίζεται ή αυτό που εκφοβίζει. Εξακριβώστε αν υπάρχει ομάδα παιδιών η οποία ενθαρρύνει ή/και υποστηρίζει το παιδί που εκφοβίζει. Οδηγήστε το παιδί που εκφοβίζει στο γραφείο του Διευθυντή»...

Ενώ προς τους γονείς των μαθητών στο κάλεσμα κυριαρχεί μια λέξη: «Συνεργαστείτε» (με το σχολείο, τον διευθυντή κ.ο.κ). Με ύφος και τρόπο που παραπέμπει ευθέως στο... «να είστε συνεργάσιμοι με τις αρχές» (για το καλό σας πάντα).

Εκεί όμως που πραγματικά το κείμενο μοιάζει με εγχειρίδιο «σωφρονιστικού υπαλλήλου» είναι όταν απευθύνεται στους διευθυντές και τους καλεί να προχωρήσουν στα εξής σε περίπτωση κάποιου παρόμοιου περιστατικού:«Καταγράψτε το περιστατικό, δίνοντας πληροφορίες για το πού και πότε συνέβη το περιστατικό, για το ποιοι συμμετείχαν, ποιοι παρατηρούσαν, τι μορφή εκβιασμού ασκήθηκε και περιγράφοντας το τι ακριβώς έγινε. Διατηρήστε αρχείο καταγραφής των περιστατικών ώστε να μπορούν να έχουν εύκολη πρόσβαση σε αυτό και τα υπόλοιπα ενδιαφερόμενα μέρη. Προσδιορίστε αν πρόκειται για επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά παραβίασης των κανόνων (...) Καθορίστε τις συνέπειες για το παιδί που εκφοβίζει (...) σχεδιάστε τον τρόπο παρακολούθησης του προβλήματος...»7.

Από αντίστοιχο «παιδαγωγικό» πνεύμα διαπνέονται και οι προτάσεις των υπόλοιπων φορέων που εμπλέκονται στα της «ενδοσχολικής βίας». Για παράδειγμα διαβάζουμε στις προτάσεις του «Συνήγορου του παιδιού» (τμήμα του «Συνήγορου του Πολίτη» που ο πρώην πρόεδρός του, σήμερα δήμαρχος Αθηνών, προτείνει την απαγόρευση των διαδηλώσεων): «Σημαντικοί παράγοντες (...) προκειμένου να επιτευχθεί η επιδιωκόμενη μείωση της σχολικής βίας (...): Υπαρξη ξεκάθαρων κανόνων, που θα συνοψίζονται σε Σχολικό Κανονισμό (...) Υπαρξη σαφούς και αδιάβλητου συστήματος παρακολούθησης της εφαρμογής των σχολικών κανόνων (...) Καθιέρωση διαδικασιών συμφιλίωσης και εναλλακτικών κυρώσεων για τους μαθητές που ασκούν βία, όπως η προσφορά κοινωφελούς εργασίας, (...)»8!!!

Μάλιστα, όπως μαθαίνουμε από τα χείλη του ειδικού γραμματέα του υπουργείου Παιδείας, Μ. Κοντογιάννη, όλα αυτά εντάσσονται στο όραμά τους για την Παιδεία, αφού «Το Νέο Σχολείο εξασφαλίζει (...) ευνομία στη σχολική κοινότητα, που αποτρέπουν φαινόμενα ενδοσχολικής βίας». Και μη νομίζετε ότι είναι μόνο η «προσφορά κοινωφελούς εργασίας» που «διαπαιδαγωγεί». Υπάρχουν και άλλες «διδακτικές» μέθοδοι, αφού ισχύουν στο ακέραιο και δίνονται αφειδώς ένα σωρό ποινές, από αποβολές έως και αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος.

Για το τι θα γίνεται στο μέλλον, σε περίπτωση που οι μαθητές δεν αλλάζουν... συμπεριφορά (έπεσε ακόμα και η μάσκα της «σχολικής βίας» και «παραβατικότητας», τώρα τους ενοχλεί και η... συμπεριφορά), παίρνουμε μια γεύση από τις δηλώσεις του προέδρου του ΕΨΥΠΕ, Ι. Τσιαντή, που δηλώνει πως στόχος είναι: «Να δημιουργηθεί μια κινητή μονάδα αντιμετώπισης κρίσεων, δηλαδή όταν καταγράφεται ένα περιστατικό βίας να υπάρχει μια ειδική ομάδα που θα επεμβαίνει...»9. Είναι εντύπωσή μας ή μήπως η ορολογία περισσότερο παραπέμπει σε ντοκουμέντο του ΝΑΤΟ παρά σε... προτάσεις για «θέματα του σχολείου»;

Παιδονόμοι με προϋπηρεσία...


Επειδή, πάντως, πέρα από τα λόγια και τις προθέσεις και οι πράξεις μετράνε, έχει μια αξία να θυμίσουμε ποιοι μέσα στα σχολεία είναι οι πιο ένθερμοι οπαδοί του... Γκάντι και της «μη-βιας», ποιοι βαφτίζουν τα πάντα «ενδοσχολική βία» και «νεανική παραβατικότητα» και απειλούν με παιδοφύλακες. Είναι εκείνοι οι διευθυντές, καθηγητάδες αλλά και ορισμένοι γονείς που όλο το προηγούμενο διάστημα και όποτε οι μαθητές επιχειρούσαν μαζί με τα Συντονιστικά Αγώνα Σχολείων, τα αγωνιστικά μαθητικά συμβούλια, τα 5μελή και 15μελή, να κατέβουν στο δρόμο, να διεκδικήσουν το σχολείο και τη ζωή που τους ανήκει, προχωρούσαν σε τραμπουκισμούς, νταηλίκια, ακόμα και ξυλοδαρμούς μαθητών, κλείδωναν πόρτες, έβριζαν, συκοφαντούσαν και ελεεινολογούσαν ενάντια στους μαθητικούς, τους εργατικούς και λαϊκούς αγώνες, μοίραζαν αποβολές και αλλαγές σχολικού περιβάλλοντος, καλούσαν την αστυνομία και τους εισαγγελείς, έσερναν μαθητές στα αστυνομικά τμήματα για να τους... σωφρονίσουν. Είναι οι ίδιοι «παιδαγωγοί» που μήνες τώρα έχουν πάρει παγανιά τις τάξεις και τα τμήματα για να διαφημίσουν το νομοσχέδιο νομιμοποίησης των ναρκωτικών, περιφέροντας επικίνδυνα, βρώμικα, αντιεπιστημονικά επιχειρήματα περί «μαλακών» και «σκληρών» ναρκωτικών, περί «τοξικομανών - ασθενών» και μάλιστα επιτίθενται στις δυνάμεις της ΚΝΕ στα σχολεία επειδή είναι «συντηρητικοί» και δεν υπερασπίζονται το «δικαίωμα» του νέου στην αυτοκαταστροφή! Είναι αυτοί που την ίδια ώρα κλείνουν τα μάτια ή και ανέχονται συνδέσμους ομάδων και οπαδιλίκια, συμμορίες τύπου Χρυσής Αυγής ή ακόμα και περιπτώσεις διακίνησης ναρκωτικών σε σχολεία.
Και μη νομίζετε ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι υποκριτές. Ισα - ίσα είναι συνεπείς στην εφαρμογή της αντιλαϊκής πολιτικής, εκείνης της πολιτικής που ακριβώς με τη βία τσακίζει εργατικά και λαϊκά δικαιώματα, τις ζωές των μαθητών και των γονιών τους και ακριβώς γι' αυτό το λόγο απαιτεί «μαθητές - ζόμπι», «σιγή νεκροταφείου» και «ησυχία - τάξη και ασφάλεια» στα σχολεία, όπως και (πρώτα εκεί) στους χώρους δουλειάς και τις εργατογειτονιές.


Μάθημα 3ο: «Ρουφιανέψτε!»


Γι' αυτό εξάλλου ιδιαίτερος στόχος της προσπάθειας αυτής που εμφανίζεται με την προβιά της καταπολέμησης της ενδοσχολικής βίας είναι και η εξοικείωση των μαθητών και μάλιστα από πολύ μικρή ηλικία, με το χαφιεδισμό και γενικότερα την καταστολή. Εξ ου και η απαίτηση π.χ. του Ι. Τσιαντή, προέδρου του ΕΨΥΠΕ: «...τα παιδιά θα πρέπει να μιλούν και να καταγγέλλουν τα περιστατικά βίας, γιατί συνήθως υπάρχει μια συνωμοσία σιωπής...»10. Γι' αυτό και όλη η φιλολογία γύρω από την «ενδοσχολική βία» επιμένει πως πέρα από το παιδί που εκφοβίζει και το παιδί που εκφοβίζεται, κρίσιμος παράγοντας είναι «τα παιδιά - παρατηρητές». Μάλιστα η συγκεκριμένη ΜΚΟ φτάνει να δώσει και πρακτικές συμβουλές στους μαθητές: «Προσδιορίστε ποιοι συμμαθητές σας ήταν παρόντες στο περιστατικό εκφοβισμού. Ξεκαθαρίστε αν συμμετείχαν ως ουδέτεροι παρατηρητές ή αν ενθάρρυναν το παιδί που εκφοβίζει. Συζητήστε μαζί τους για το ποια θα ήταν η κατάλληλη συμπεριφορά σε μια τέτοια περίπτωση (π.χ. να μιλήσουν σε κάποιο ενήλικα για να βοηθήσει) και για το ποιες ευθύνες έχουν όταν παρατηρούν να συμβαίνει περιστατικό εκφοβισμού».

Ο «Συνήγορος του Παιδιού» πηγαίνει κι ένα βήμα παραπέρα προτείνοντας την «Αξιοποίηση του θεσμού των μαθητικών συμβουλίων (15μελών και 5μελών) για την ενίσχυση των διαδικασιών κατανόησης, διαμόρφωσης και τήρησης των σχολικών κανόνων... Ενίσχυση του ρόλου των μαθητών στη διαδικασία επίλυσης συγκρούσεων, ενδεχομένως και με τη δημιουργία ομάδων φιλίας ή διαμεσολάβησης (...)»11. Αλλού, οι ίδιοι πάλι, προτείνουν«... να προωθηθεί ο θεσμός των συνομηλίκων διαμεσολαβητών με κατάλληλη εκπαίδευση (...) να ανατίθενται με κοινή συμφωνία συγκεκριμένοι ρόλοι σε μαθητές...».

Στο όνομα δηλαδή της «αλληλεγγύης» και της «προστασίας» των παιδιών από όσα εκείνοι - αυθαίρετα - βαφτίζουν «βία», επιχειρείται μια πραγματικά βρώμικη προσπάθεια να νομιμοποιηθεί στις συνειδήσεις το «κάρφωμα», ο χαφιεδισμός, η καταστολή, και μάλιστα ακόμα κι αυτά τα όργανα του μαθητικού κινήματος, τα 5μελή και 15μελή να παίξουν τέτοιο ρόλο. Η προσπάθεια αυτή και ο τρόπος που γίνεται, χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα και δούρειο ίππο τα δικαιώματα των μαθητών που οι ίδιοι πρώτοι τσαλαπατάνε και λερώνοντας αξίες όπως η αλληλεγγύη, είναι πέρα για πέρα χυδαία. Αν και το ξέρουν πολύ καλά, τους το ξαναλέμε: Οι μαθητές δε χρειάζονται καθ' υπόδειξη «των αρχών», «ομάδες φιλίας» και «ρόλους». Η αλληλεγγύη ανάμεσα στα παιδιά του λαού δεν έχει σχέση με τις καρικατούρες αυτές. Είναι βαθιά και αληθινή ακριβώς γιατί είναι ταξική, είναι αλληλεγγύη ανάμεσα σε ίσους. Δεν έχει σε τίποτα να κάνει με την τάχα «φιλανθρωπία» των αστών για τον πιο αδύναμο ή με το σεβασμό της αστικής νομιμότητας και των κανόνων που αυτή βάζει.


«Πολιτοφύλακες» και λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις...


Για να καταλάβει κανένας πόσο επικίνδυνο και αξιοποιήσιμο από κάθε λογής καλοθελητές, είναι το βάφτισμα των πάντων ως «ενδοσχολική βία», αξίζει εδώ να παραθέσουμε εκτενή αποσπάσματα από ένα κείμενο που περιφέρουν στο διαδίκτυο διάφορα επίσημα και ανεπίσημα κέντρα στην προσπάθειά τους να στήσουν παρακρατικές ομάδες, σύγχρονα τάγματα εφόδου ενάντια στο εργατικό - λαϊκό κίνημα, δίπλα και ως στήριγμα των κρατικών οργάνων καταστολής. Το κάλεσμα που ανήκει στο «Ελληνικό Κέντρο Ελέγχου Οπλων» (προσπάθεια για δημιουργία παραστρατιωτικής ομάδας για το χτύπημα του εργατικού και λαϊκού κινήματος), έχει το χαρακτηριστικό τίτλο «Ελληνική Πολιτοφυλακή και στα Σχολεία - Μαθητές σε περιπολία» και ανάμεσα στα άλλα λέει:

«...Η Ελληνική Πολιτοφυλακή θα εντάξει στις Μονάδες της και παιδιά ηλικίας 16 ετών και άνω και θα τους προσφέρει on-line εκπαίδευση σε θέματα παιδικής εγκληματικότητας και βίας. Το Ελληνικό Κέντρο Ελέγχου Οπλων καλεί όλους τους μαθητές ηλικίας 16 ετών και άνω να γραφτούν μέλη της ιστοσελίδας Ελληνική Πολιτοφυλακή στο facebook προκειμένου να ενημερώνονται στο εξής για τις δραστηριότητες της Ελληνικής Πολιτοφυλακής. Οι Μαθητές Πολιτοφύλακες αντιλαμβάνονται ότι δεν μπορεί να γίνει ανεκτή η ενδοσχολική βία, η καταπίεση μαθητών από άλλους μαθητές και η παράνομη παρουσία και δράση εξωσχολικών στο χώρο των Γυμνασίων και Λυκείων (...) ο εντοπισμός νεαρών μαθητών που είναι επιρρεπείς σε εγκληματική συμπεριφορά θα αποτρέψει όχι μόνο την διάπραξη εγκλημάτων στο χώρο των σχολείων αλλά θα νουθετήσει και τον ίδιο τον παραβάτη μαθητή εντάσσοντά;ς τον και πάλι στο χώρο της τάξης»...

Οι εμπνευστές του κειμένου συνεχίζουν μάλιστα σε... άψογα ασφαλίτικα: «...Με τον τρόπο αυτό στα προαύλια των σχολείων θα υπάρχει μια συνεχής περιπολία εθελοντών ειρηνοποιών (Μαθητών Πολιτοφυλάκων) που θα αναφέρουν στους καθηγητές τους και στους ενήλικες πολιτοφύλακες που θα περιπολούν εκτός σχολείου κάθε παραβατική συμπεριφορά».

Τα παραπάνω δεν θέλουν βέβαια και κανέναν ιδιαίτερο σχολιασμό ως προς τις στοχεύσεις τους. Εκείνο πάντως που προκαλεί εντύπωση είναι το πώς ακόμα και στις διατυπώσεις οι διάφοροι εμπνευστές αυτής της πρωτοβουλίας αξιοποιούν όσους καλλιεργούν και νομιμοποιούν στη συνείδηση των μαθητών τη ρουφιανιά και το χαφιεδιλίκι, μαζί με το αίσθημα του «νόμου και της τάξης», της αστικής νομιμότητας στην οποία οι πάντες και τα πάντα πρέπει να υποτάσσονται και μάλιστα στο όνομα της «ελευθερίας». Πώς πάνω εκεί επιχειρούν να στρατολογήσουν και μαθητές για τα σύγχρονα και αλληλοτροφοδοτούμενα τάγματα εφόδου ενάντια στο λαϊκό κίνημα, αξιοποιώντας βεβαίως - βεβαίως και τα περιβόητα «κοινωνικά δίκτυα» (τόσο «αυθόρμητα» είναι τα κινήματα που «γεννιούνται» μέσα εκεί).

Ολα αυτά όμως επιβεβαιώνουν εκείνο που είπαμε και στην αρχή: ότι με τον επίτηδες θολό ορισμό και το νόημα που δίνεται στην «ενδοσχολική βία» και γενικά τη «νεανική παραβατικότητα» ο καθένας καταλαβαίνει ό,τι θέλει, όπως θέλει και το αξιοποιεί για τους δικούς του (βρώμικους) σκοπούς.


Μάθημα 4ο: «Είστε ελεύθεροι... να μην αμφισβητείτε την εξουσία»


Η παραπάνω βέβαια είναι η μία πλευρά του νομίσματος. «Ενάντια» τάχα σε αυτή, αλλά στην πραγματικότητα ως συγκοινωνούν δοχείο βρίσκεται και η άλλη - πιο ύπουλη - πλευρά, η κοσμοπολίτικη εκδοχή της (αστικής) «ελευθερίας» και «δημοκρατίας».

Αν παρακολουθήσει για παράδειγμα κάποιος τα υλικά και τα βίντεο που αξιοποιήθηκαν για τη μέρα αυτή στα σχολεία, εύκολα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι εκείνο που μένει στους μαθητές είναι αυτή ακριβώς η αστική - κοσμοπολίτικη αντίληψη της ελευθερίας. Η (ενδοσχολική) βία «θίγει την ατομικότητα», σ' αυτό τον κόσμο «είμαστε όλοι διαφορετικοί και όλοι ίσοι». `Η με τα λόγια του ΕΨΥΠΕ: «Η αποδοχή της διαφορετικότητας είναι ένα πολύ σημαντικό ζήτημα που πρέπει να ξεκινήσει να καλλιεργείται από μικρή ηλικία»12. Πρόκειται ασφαλώς για τη νέα έκδοση του παμπάλαιου παραμυθιού ότι τάχα στην καπιταλιστική κοινωνία «η ελευθερία μου σταματά εκεί που ξεκινά η ελευθερία του άλλου». `Η αλλού διαβάζουμε ότι οι ίδιοι οι μαθητές (αυθόρμητα φανταζόμαστε) ανέφεραν ότι: «Η θέσπιση ενός δικού μας Συντάγματος στην κάθε σχολική μονάδα, με τη δική μας συμμετοχή, θα μας βοηθήσει να σεβόμαστε και να τηρούμε τους κανόνες που αφορούν τις καθημερινές μας σχέσεις»13.

Αναρωτιόμαστε: Για ομαλές καθημερινές σχέσεις ανάμεσα σε παιδιά δημοτικού και γυμνασίου, χρειάζεται... Σύνταγμα; Κι αλήθεια: η ελευθερία των καπιταλιστών και του πολιτικού τους προσωπικού να ισοπεδώνουν και να διαλύουν τη ζωή των εργατών και των παιδιών τους, πού σταματά;

Στην πραγματικότητα πίσω από τα όμορφα και τάχα αταξικά λόγια προβάλλει η μία και μόνη ελευθερία που «χάρισε» στην ανθρωπότητα ο καπιταλισμός και που τα παιδιά των εργατικών οικογενειών συνειδητοποιούν όλο και περισσότερο: Η ελευθερία του καπιταλιστή να εκμεταλλεύεται τους εργαζόμενους. Η «ελευθερία» των εργαζόμενων να τους εκμεταλλεύονται, να τους βασανίζουν μια ζωή, να τους ζεύουν στη δουλειά με το πολύ ελεύθερο και δημοκρατικό ερώτημα «ή δουλεύεις για να κερδίζει ο καπιταλιστής ή πεθαίνεις της πείνας». Και τι χαρίζει αυτή την «ελευθερία» στους καπιταλιστές και τους εργαζόμενους; Μα φυσικά η ατομική, η καπιταλιστική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, πάνω στην οποία στέκει και η εξουσία τους. Να το άγιο δισκοπότηρο της «ελευθερίας» των αστών. Οταν αυτό αμφισβητηθεί οι ευγένειες... τελειώνουν απότομα και τα λόγια περί δημοκρατίας και Συνταγμάτων μπαίνουν στο συρτάρι. Τότε είναι που θίγεται η «ατομικότητα» του καπιταλιστή, τότε είναι που τα διδάγματα για καταδίκη της βίας «απ' όπου κι αν προέρχεται» πάνε περίπατο και μπαίνει σε κίνηση η οργανωμένη βία, το αστικό κράτος και οι μηχανισμοί του, «ο νόμος και η τάξη» ενάντια στους εργαζόμενους και τα παιδιά τους, ενάντια σε όποιον αμφισβητεί την εξουσία και την ιδιοκτησία του κεφαλαίου.
Αυτή την απλή αλήθεια καλύπτουν τα - τάχα πασιφιστικά - φούμαρα για τους ανθρώπους που τάχα «όλοι είναι ίσοι και δεν πρέπει να θίγονται». Αυτή την απλή αλήθεια προσπαθεί να κρύψει από τους μαθητές το αστικό σχολείο και οι υπόλοιποι μηχανισμοί του κράτους των αστών. Αυτή την απλή αλήθεια κρύβουν και όσοι εξωραΐζουν το αστικό κράτος και επικαλούνται τις... δημοκρατικές ευαισθησίες ιμπεριαλιστικών οργανισμών όπως είναι η ΕΕ που τάχα εξασφαλίζουν τη «διαφορετικότητα» και την ελευθερία όλων.


Σε ποια κοινωνία...


Στην πραγματικότητα, στόχος της όλης προσπάθειας είναι εκείνο που αφήνουν να εννοείται με δηλώσεις όπως αυτή της πρώην υπουργού Παιδείας: «Η σχολική βία είναι μια πραγματικότητα στα σχολεία, αλλά και "μήτρα" συμπεριφορών για την κοινωνία»14. Για όσους δεν κατάλαβαν φροντίζει να το κάνει πιο λιανό ο «Συνήγορος του Παιδιού»: «Τα σχολεία για να μπορέσουν να είναι περισσότερο αποτελεσματικά στην αντιμετώπιση συμπεριφορών βίας μεταξύ των μαθητών, χρειάζεται να πραγματώσουν και να ενισχύσουν το ρόλο τους ως θεσμός κοινωνικής διαπαιδαγώγησης των παιδιών στις αξίες και τους κανόνες της κοινωνίας στην οποία αυτά ζουν...»15.

Ακριβώς εκεί είναι και το πρόβλημα και η λύση του προβλήματος: σε ποια κοινωνία. Οσο η κοινωνία θα είναι χτισμένη πάνω στην ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής από μια χούφτα παράσιτα, τους καπιταλιστές, πάνω στην εκμετάλλευση των εκατομμυρίων εργαζόμενων και τη βία του αστικού κράτους, των θεσμών και των ιμπεριαλιστικών οργανισμών, οι «αξίες» και οι «κανόνες» στις οποίες θα διαπαιδαγωγούνται οι μαθητές θα είναι αυτές του ατομισμού και του ανταγωνισμού, του «πάτα επί πτωμάτων», του κέρδους και της «επιχειρηματικότητας» που στύβει τους εργάτες, της κολοβής κοινωνικοποίησης, της «ελευθερίας» των ναρκωτικών, των σάπιων ιδανικών.

Οταν η εργατική τάξη και οι σύμμαχοί της ανατρέψουν την εξουσία του κεφαλαίου, κοινωνικοποιήσουν τα βασικά και συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής κι αρχίσουν να οικοδομούν τη δική τους σοσιαλιστική κοινωνία και να παράγουν για τις δικές τους ανάγκες και όχι για τα κέρδη των καπιταλιστών, τότε και στο σχολείο δεν θα έχουν θέση τα σάπια ιδανικά των αστών. Τότε το σχολείο θα προετοιμάζει τους νέους ανθρώπους για να συμβάλλουν στην παραγωγή και την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής - κομμουνιστικής κοινωνίας και γι' αυτό θα 'χει ανάγκη, θα καλλιεργεί και θα αναπτύσσει τις μεγάλες αξίες και τα ιδανικά της πιο πρωτοπόρας τάξης, της εργατικής: Τη συντροφικότητα και τη συλλογικότητα, την αλληλεγγύη, την αξία της μόρφωσης και της δουλειάς για την κοινωνία, την ομορφιά της αλήθειας και της επιστήμης, την πίστη στις αστείρευτες, ανεξάντλητες δυνάμεις του εργαζόμενου λαού.

Αυτόν το δρόμο που αργά ή γρήγορα θα βαδίσει η εργατική τάξη και τα παιδιά της προσπαθούν να κρύψουν οι αστοί όταν βαφτίζουν τα πάντα βία, δείχνοντας με το δάχτυλο το ταξικό εργατικό κίνημα, την αναπόφευκτη σύγκρουση για την ανατροπή της εξουσίας των καπιταλιστών και την ταξική βία που θα είναι υποχρεωμένη να ασκήσει στο μέλλον η σοσιαλιστική εξουσία, δηλαδή η τεράστια πλειοψηφία του λαού, σε μια χούφτα απομεινάρια του συστήματος της εκμετάλλευσης.


Αντί επιλόγου


Ανεξάρτητα από επιμέρους προθέσεις και στοχεύσεις, οι εμπνευστές της φιλολογίας περί ενδοσχολικής βίας και όσοι την αξιοποιούν και για άλλους σχεδιασμούς, όλοι μαζί συναντιούνται σε εκείνο που πραγματικά φοβούνται, στην οργανωμένη και προσανατολισμένη πάλη του λαού και της νεολαίας. Στο να μη συναντηθεί ο ριζοσπαστισμός και η αμφισβήτηση τμημάτων της νεολαίας, των παιδιών της εργατικής τάξης, με το ταξικό εργατικό κίνημα, το να μην μπουν στον αγώνα για την ανατροπή του σάπιου συστήματος της εκμετάλλευσης.

Γι' αυτό και μιλάνε για βία οι υπερασπιστές της ωμής βίας του κεφαλαίου. Εκείνοι δηλαδή που υπερασπίζονται την ωμή, ταξική βία του κεφαλαίου που σήμερα σε συνθήκες κρίσης στέλνει 1 εκατομμύριο εργαζόμενους στον Καιάδα της ανεργίας, 3,5 εκατομμύρια να φυτοζωούν με ψίχουλα και κάτω από το όριο της φτώχειας, που θέλει τους νέους εργαζόμενους σκλάβους των 400 ευρώ, για να φουσκώνουν τα κέρδη των καπιταλιστών, που μπλέκει τη χώρα σε επικίνδυνους σχεδιασμούς και παιχνίδια μονοπωλίων και ιμπεριαλιστικών οργανισμών στην περιοχή.

Γι' αυτό και απέναντι σε τέτοια φαινόμενα χρειάζεται η επαγρύπνηση των γονιών και όλης της εργατικής τάξης. Γιατί οι μαθητές των εργατικών - λαϊκών οικογενειών έχουν το δικό τους δρόμο να ακολουθήσουν. Τον δρόμο της οργάνωσης σε κάθε τάξη, σχολείο, γειτονιά, με ακόμα μεγαλύτερη συσπείρωση στα 5μελή και 15μελή, στα Συντονιστικά Αγώνα Σχολείων, με ακόμα μαζικότερη συμμετοχή στην πάλη. Στην οργανωμένη συζήτηση και δράση, στο συλλογικό αγώνα, στη συμπόρευση με το ταξικό εργατικό κίνημα, και με το κόμμα της εργατικής τάξης, το ΚΚΕ, βρίσκεται η δύναμη τους. Εκεί διδάσκονται οι μεγάλες αξίες και τα ιδανικά, εκεί διαπαιδαγωγούνται τα παιδιά της εργατικής τάξης, του λαού. Στον αγώνα για μια καλύτερη ζωή, για μια άλλη κοινωνία, ενάντια στα σάπια «ιδανικά» και τις «αξίες» της αστικής τάξης, το κυνήγι του κέρδους, την ατομική λύση και τη ναρκω-κουλτούρα. Αυτόν το δρόμο τα παιδιά της εργατικής τάξης τον βαδίζουν ήδη. Αύριο θα είναι ακόμα περισσότεροι!

ΥΓ: Αν παρ' όλα αυτά τόσο ανησυχούν οι αρμόδιοι γι' αυτά τα φαινόμενα, τους προτείνουμε να διαβάσουν το «Παιδαγωγικό Ποίημα», του μεγάλου Σοβιετικού παιδαγωγού Μακαρένκο. Εκεί θα ανακαλύψουν πώς στα πλαίσια μιας άλλης κοινωνίας, εκεί όπου καταργήθηκε η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και οικοδομήθηκε ο σοσιαλισμός, τα «χαμίνια» και οι «αλήτες» μετατράπηκαν μέσα σε λίγα χρόνια σε πρωτοπόρους για την οικοδόμηση της νέας, της σοσιαλιστικής κοινωνίας.


Παραπομπές

1. Στο http://www.nms.gr, Ιστοσελίδα του «Δικτύου Κατά της Βίας στο σχολείο».
2. Ο.π.
3. «Ομαδική βία και επιθετικότητα στα σχολεία», Εκδοση της Εθνικής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Ειδική Επιτροπή Μελέτης των ομάδων ενδοσχολικής βίας (ΕΕΜΟΕΒ).
4. Ιστοσελίδα http://www.nms.gr
5. ΔΤ υπουργείου Παιδείας - Χαιρετισμός του ειδικού γραμματέα Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του υπουργείου Παιδείας, Μιχάλη Κοντογιάννη, στην παρουσίαση του «Δικτύου κατά της βίας στο σχολείο» - 12/10/2011.
6. «Ομαδική βία και επιθετικότητα στα σχολεία», Εθνική Επιτροπή Δικαιωμάτων του ανθρώπου, Ειδική Επιτροπή Μελέτης των ομάδων ενδοσχολικής βίας (ΕΕΜΟΕΒ).
7. Ολες οι παραπάνω αναφορές από την ιστοσελίδα www.nms.gr
8. Σημαντικοί παράγοντες για την πρόληψη και την αντιμετώπιση της βίας μεταξύ των μαθητών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, «Συνήγορος του παιδιού», Δεκέμβρης 2010.
9. Πρόεδρος ΕΨΥΠΕ, Ιωάννης Τσιαντής, δηλώσεις μετά τη συνάντηση με την υπουργό Παιδείας Α. Διαμαντοπούλου, 5/1/2012.
10. Πρόεδρος ΕΨΥΠΕ, Ιωάννης Τσιαντής, δηλώσεις μετά τη συνάντηση με την υπουργό Παιδείας Α. Διαμαντοπούλου, 5/1/2012.
11. Σημαντικοί παράγοντες για την πρόληψη και την αντιμετώπιση της βίας μεταξύ των μαθητών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, «Συνήγορος του παιδιού», Δεκέμβρης 2010.
12. Δελτίο Επικοινωνίας Εταιρείας Ψυχοκοινωνικής Υγείας του Παιδιού και του Εφήβου, άρθρο με τίτλο «Εκφοβισμός και βία στο σχολείο: Το πρόγραμμα παρέμβασης «STOP! Στην ενδοσχολική βία».
13. «Ομαδική βία και επιθετικότητα στα σχολεία», Εθνική Επιτροπή Δικαιωμάτων του ανθρώπου, Ειδική Επιτροπή Μελέτης των ομάδων ενδοσχολικής βίας (ΕΕΜΟΕΒ).
14. ΔΤ υπουργείου Παιδείας, δηλώσεις της πολιτικής ηγεσίας και του προέδρου της ΕΨΥΠΕ για την πρόληψη και αντιμετώπιση του εκφοβισμού και της βίας στα σχολεία, 5/1/2012.
15. «Ομαδική βία και επιθετικότητα στα σχολεία», ό.π.

Τάσος Γαλανόπουλος

Σάββατο 21 Μαρτίου 2015

Σχεδόν ομόφωνα το νομοσχέδιο για την ανθρωπιστική κρίση

Υπερψηφίστηκε και επί των άρθρων, το πρώτο νομοσχέδιο της κυβέρνησης που αφορά την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης και την πάταξη της διαφθοράς.

Ομόφωνα ψηφίστηκαν τα τέσσερα πρώτα άρθρα που αφορούν την παροχή δωρεάν ρεύματος, επίδομα σίτισης και στέγασης σε νοικοκυριά που ζουν σε καθεστώς ακραίας φτώχειας.Το πέμπτο άρθρο, με το οποίο εξουσιοδοτείται η κυβέρνηση να καθορίσει μέσω κοινής υπουργικής απόφασης, τις εισοδηματικές και άλλες παραμέτρους για τον προσδιορισμό των δικαιούχων, καταψηφίστηκε από το Ποτάμι, το ΚΚΕ και τη Χρυσή Αυγή. Ομόφωνα υπερψηφίστηκε επίσης το άρθρο 31 του νομοσχεδίου, που αφορά την παράταση προθεσμιών για την υποβολή αιτήσεων αναγνώρισης χρόνου απασχόλησης των σχολικών φυλάκων, και για τα επικουρικά και τα ταμεία των ένστολων.

Το άρθρο 30 που προβλέπει παροχές ασθενείας σε είδος για ανέργους και υποαπασχολούμενους, καταψηφίστηκε από το ΚΚΕ, το οποίο ζήτησε να καταργηθεί η προαπαίτηση των πενήντα ενσήμων που υπάρχει για τις παροχές ασθενείας που χορηγούνται στους ασφαλισμένους του ΙΚΑ (κάτι για το οποίο η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί πως θα φέρει προς ψήφιση στο μέλλον).

Πηγή: εδώ

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2015

To AΝΤΑΡΣΥΑ στην πορεία αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού συστήματος

Ένα ιδεολογικό-πολιτικό άρθρο των Μάκη Μακρή και Χρήστου Μπαλωμένου (ΚΟΜΕΠ 2014 Τεύχος 4) 



«Το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών με τη μεγάλη πτώση της συγκυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ (με συνολική πτώση πάνω από 12%!), την πρωτιά του ΣΥΡΙΖΑ, και συνολικά τον κόσμο που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στρέφεται προς τ’ αριστερά να είναι πάνω από τα επίπεδα του 2012, αποτυπώνει τη σφοδρή καταδίκη της συγκυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ και την ανάγκη ν’ αλλάξουν τα πράγματα. Η κυβέρνηση ΝΔ-ΕΛΙΑΣ είναι μειοψηφική, βαθιά απονομιμοποιημένη, δεν έχει δικαίωμα να συνεχίσει την αντιδραστική πολιτική. Η ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ σε πρώτη δύναμη αποτυπώνει τη διάθεση ευρύτερων κομματιών εργαζομένων ν’ απαλλαγούν από την κυβέρνηση της καταστροφής».

Η παραπάνω εκτίμηση του πρόσφατου εκλογικού αποτελέσματος ανήκει στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Σε εκτιμήσεις αντίστοιχου περιεχομένου είχε προβεί η ΑΝΤΑΡΣΥΑ μετά από τις εκλογές του Ιούνη του 2012, επιχαίροντας για τη «μαζική στροφή προς τ’ αριστερά, την οποία καρπώθηκε κυρίως ο ΣΥΡΙΖΑ, δίνοντας στην Αριστερά τα μεγαλύτερα ποσοστά της από το 1958», ενώ μετά από τις εκλογές του Μάη του 2012 είχε αποδεχτεί τη συνάντηση με το ΣΥΡΙΖΑ στο πλαίσιο των επαφών του τελευταίου αναφορικά με τη διερευνητική εντολή που είχε λάβει για το σχηματισμό κυβέρνησης.

Ακόμα πιο χαρακτηριστικό είναι το ύφος ανακοινώσεων σχημάτων που συμμετέχουν στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Ενδεικτικά παραθέτουμε απόσπασμα από κεντρικό άρθρο στην ιστοσελίδα του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος (το οποίο υπενθυμίζουμε ότι τη δεκαετία του 1990 καλούσε ανοιχτά σε στήριξη των ψηφοδελτίων του ΠΑΣΟΚ): «Τα αποτελέσματα των εκλογών ήταν μια μεγάλη ήττα για την άθλια συγκυβέρνηση των Σαμαροβενιζέλων […] Όπως δείχνουν τα αποτελέσματα των τοπικών εκλογών και των ευρωεκλογών, η Αριστερά όχι μόνο κράτησε, αλλά αύξησε τα ποσοστά της σε σχέση με τις διπλές εκλογές του 2012 […] Τα ποσοστά που παίρνει η Αριστερά συνολικά είναι τα μεγαλύτερα στη μεταπολεμική ιστορία της. Μεγαλύτερα ακόμα και από το 25% της ΕΔΑ στις εκλογές του 1958. Η αριστερή στροφή του 2012 δεν ήταν μια παροδική ψήφος διαμαρτυρίας, είναι συνειδητό κοινωνικό ρεύμα […] Ο κόσμος που έχει τις ελπίδες του στο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να παλέψει μαζί με την αντικαπιταλιστική Αριστερά για να μη δει τον Τσίπρα να παίρνει το δρόμο του Ρέντσι»1.

Συμβατή με αυτές τις εκτιμήσεις είναι και η στάση των δυνάμεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε όλα τα ζητήματα. Από τη στήριξη κοινών υποψηφίων με το ΣΥΡΙΖΑ σε ορισμένους δήμους και την ανοιχτή παρότρυνση του υποψήφιού της δημάρχου Αθήνας Π. Κωνσταντίνου για στήριξη του υποψηφίου του ΣΥΡΙΖΑ στο β΄ γύρο των πρόσφατων εκλογών στο δήμο της Αθήνας, μέχρι τα κοινά ψηφοδέλτια και τα κοινά πλαίσια με τις δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ στα συνδικάτα. Τα παραπάνω μάλλον καθιστούν αρκετά εύστοχη την εκτίμηση του ίδιου του ΝΑΡ, σύμφωνα με την οποία «Στα μάτια πολλών αριστερών κι εργαζομένων η ΑΝΤΑΡΣΥΑ φαίνεται σα συνεχές του ΣΥΡΙΖΑ»2.

Συνολικά, από τις θέσεις και τη στάση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ο ΣΥΡΙΖΑ αναδεικνύεται ως μια συγγενική –πολιτικά και ιδεολογικά– δύναμη, στο εσωτερικό της οποίας διεξάγεται διαπάλη μεταξύ της ριζοσπαστικής και της συμβιβαστικής με τον καπιταλισμό πολιτικής γραμμής. Στις σημερινές συνθήκες η ΑΝΤΑΡΣΥΑ εκτιμά ότι έχει ενισχυθεί η συμβιβαστική τάση λόγω της ασυνέπειας και ατολμίας «της ηγεσίας του». Ακολουθώντας στο ζήτημα αυτό σχεδόν κατά γράμμα την κριτική της λεγόμενης Αριστερής Πλατφόρμας του ΣΥΡΙΖΑ στην ηγεσία του, χαρακτηρίζει τα ανοιχτά διαπιστευτήρια του ΣΥΡΙΖΑ προς την άρχουσα τάξη –ενόψει της διεκδίκησης της κυβερνητικής διαχείρισης του ελληνικού καπιταλισμού– ως «δεξιά στροφή της ηγεσίας του». Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ φιλοδοξεί μάλιστα να λειτουργήσει ως δύναμη αντιρρόπησης αυτής της «δεξιάς στροφής» του ΣΥΡΙΖΑ και της πιθανής κυβέρνησης με κορμό το ΣΥΡΙΖΑ.

Ενδεικτικός γι’ αυτό είναι ο τρόπος με τον οποίο ο διευθυντής της εφημερίδας του ΝΑΡ, «Πριν», Γ. Δελαστίκ επιχειρηματολογούσε πριν τις ευρωεκλογές υπέρ της ψήφου στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ:

«Αν δεν υπάρχει ισχυρή πίεση από τ’ αριστερά, ώστε να ριζοσπαστικοποιείται η κοινωνία και να υποχρεώνει μια υποθετική κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ να υιοθετεί και κάποια φιλολαϊκά μέτρα, η ενσωμάτωση στο σύστημα είναι εκ των προτέρων βέβαιη. Η εκλογική ενίσχυση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στις ευρωεκλογές είναι μία από τις προϋποθέσεις ύπαρξης αριστερής πίεσης»3.

Για να αναδείξουμε τις τάσεις αναμόρφωσης του οπορτουνιστικού χώρου, αρκεί να συγκρίνουμε την παραπάνω τοποθέτηση με τις δηλώσεις στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ λίγα χρόνια πριν. Για παράδειγμα, ο Δ. Παπαδημούλης δήλωνε το 2009 στο πλαίσιο της «εποικοδομητικής» κριτικής του στο ΠΑΣΟΚ:

«Κάθε επιπλέον βουλευτής […] θα βοηθήσει και οι όποιες θετικές –και αόριστες επί του παρόντος– δεσμεύσεις του ΠΑΣΟΚ να μην αθετηθούν και θα κρατάει τα “μπόσικα”, ελέγχοντας την αυριανή εξουσία […] Για το λόγο αυτό χρειάζεται ισχυρή Αριστερά του σήμερα και όχι η Αριστερά του ΚΚΕ».

Ποιες είναι όμως εκείνες οι επεξεργασίες και αναλύσεις στη βάση των οποίων λαμβάνει χώρα η σταθερή κι επιταχυνόμενη υιοθέτηση από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ θέσεων που αντικειμενικά συμβάλλουν στο φούντωμα των κοινοβουλευτικών αυταπατών, την αναχαίτιση της ταξικής ριζοσπαστικοποίησης, τη σταθερότητα του αστικού πολιτικού συστήματος και την ενσωμάτωση των εργαζομένων σε αυτό;



ΤΟ «ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ» ΚΑΙ Η «ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΤΡΟΠΗ» ΤΗΣ ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Πριν περάσουμε στην κριτική του «μεταβατικού αντικαπιταλιστικού προγράμματος» της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, θα παρουσιάσουμε εν συντομία τον τρόπο παρέμβασης του ΚΚΕ στο εργατικό-λαϊκό κίνημα, έτσι ώστε να φανεί καλύτερα η διαφορετική επίδραση των δύο πολιτικών κατευθύνσεων στον προσανατολισμό του κινήματος. Στόχος αυτής της σύγκρισης είναι ν’ αναδειχτεί πληρέστερα ότι η στάση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ –που εν συντομία παρουσιάστηκε στην εισαγωγή αυτού του άρθρου– απορρέει από την ίδια τη «μεταβατική» λογική του πολιτικού της προγράμματος.

Το ΚΚΕ δρα στη βάση των οξυμένων λαϊκών προβλημάτων και παρεμβαίνει στο εργατικό-λαϊκό κίνημα με πολιτική γραμμή που συμβάλλει στην πολιτική, ιδεολογική, οργανωτική χειραφέτηση της εργατικής τάξης από κάθε πτέρυγα της αστικής πολιτικής –και από την πλειοψηφούσα και από την μειοψηφούσα– σε κάθε συγκεκριμένη περίοδο. Αυτό σημαίνει διαμόρφωση πλαισίου αιτημάτων το οποίο αναδεικνύει τις δυνατότητες ικανοποίησης των λαϊκών αναγκών και την παρεμπόδιση αυτής της ικανοποίησης από τον καπιταλιστικό τρόπο οργάνωσης της οικονομίας και της κοινωνίας, επιλογή των κατάλληλων κάθε φορά μορφών πάλης που εξασφαλίζουν τη συμμετοχή των ίδιων των εργαζομένων, αυτοτελή ιδεολογική παρέμβαση μέσα στους αγώνες με αναφορά στα προβλήματα.

Βασικός στόχος της παραπάνω παρέμβασης είναι «η πλειοψηφία της εργατικής τάξης να κατανοεί μέσα από την πάλη της την αναγκαιότητα απαλλαγής της από την καθυπόταξη της όχι μόνο στα αστικά, αλλά και στα οπορτουνιστικά κόμματα, που χρησιμοποιούν το κίνημα για την κυβερνητική εναλλαγή και τη μακροημέρευση του εκμεταλλευτικού συστήματος»4.

Στο πλαίσιο του καπιταλισμού, ο στόχος για τη συγκρότηση μιας μαχητικής εργατικής-λαϊκής αντιπολίτευσης στο κεφάλαιο, το κράτος του και τις συμμαχίες του, είναι ο μόνος που μπορεί να βάζει εμπόδια στην αντιλαϊκή επίθεση και κυρίως ν’ ανοίγει το δρόμο για την προοπτική, την εργατική εξουσία, που για το ΚΚΕ δεν είναι ένα απροσδιόριστο και ακαθόριστο μέλλον.

Σε αυτόν το δρόμο θα βαθαίνει η Λαϊκή Συμμαχία, η συμπαράταξη των αντικαπιταλιστικών - αντιμονοπωλιακών κοινωνικών δυνάμεων στον αγώνα, στο κίνημα. Θα ενισχύεται η γραμμή αντεπίθεσης, ρήξης και ανατροπής με την εξουσία του κεφαλαίου, η πρόταση εξουσίας που σαφώς οριοθετείται από την καπιταλιστική στο ζήτημα της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, θέτοντας ως στόχο την κοινωνικοποίηση των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, τον αγροτικό παραγωγικό συνεταιρισμό, την αποδέσμευση από ΕΕ και ΝΑΤΟ.

Η παραπάνω λογική γίνεται φυσικά προσπάθεια να εξειδικεύεται στην κάθε δεδομένη χρονική στιγμή, στον κάθε συγκεκριμένο χώρο, στην κάθε καμπή του αγώνα, έτσι ώστε να βοηθά τους εργαζομένους να βγάζουν τα σωστά συμπεράσματα. Έχοντας υπόψη τα παραπάνω, το ΚΚΕ διαμορφώνει συγκεκριμένα κάθε φορά αιτήματα στο κίνημα, στο κάθε συνδικάτο, στην κάθε γειτονιά, στον κάθε σύλλογο. Για παράδειγμα, η παράταξη που στηρίζει το ΚΚΕ στη Χαλυβουργία Ελλάδος ανέφερε στην ανακοίνωσή της μετά από την έγκριση από το Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας των ομαδικών απολύσεων στο εργοστάσιο στον Ασπρόπυργο: «Η ζωή έχει δείξει πως κυβερνήσεις μπορεί ν’ αλλάζουν, άλλοι να φεύγουν και άλλοι να έρχονται, ν’ αλλάζουν βάρδια οι τιμονιέρηδες. Όσο όμως τα κλειδιά θα τα έχει ο Μάνεσης και η φάρα του, αυτοί θα κάνουν κουμάντο και τα πράγματα θα γίνονται χειρότερα».

Εννοείται ότι το ΚΚΕ αξιοποιεί τους αστικούς θεσμούς των εκλογών, της Βουλής, της τοπικής διοίκησης, για την προβολή αυτών των αιτημάτων, για τη διάδοσή τους στους εργαζομένους, για την αποκάλυψη του ταξικού χαρακτήρα των θέσεων των άλλων πολιτικών δυνάμεων.

Ας δούμε τώρα πώς παρεμβαίνει στο κίνημα η ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Σύμφωνα με την απόφαση της 2ης Συνδιάσκεψης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (Ιούνης 2013), «κεντρικός πολιτικός στόχος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, για την ιστορική περίοδο που βρισκόμαστε, είναι η αντικαπιταλιστική ανατροπή της επίθεσης του κεφαλαίου, των κυβερνήσεών του, της ΕΕ και του ΔΝΤ, με το αναγκαίο αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα»5.

Στο μεταβατικό πρόγραμμα αποδίδεται από τους εμπνευστές του «σχετική αυτοτέλεια» σε σχέση με την εργατική εξουσία. Τα αιτήματα, λοιπόν, που περιλαμβάνει δεν μπορούν να προσεγγίζονται ως άθροισμα αιτημάτων, ξεκομμένα από το κοινό ενοποιητικό τους στοιχείο ως τμήματα ενός μεταβατικού πολιτικού προγράμματος. Από την ίδια του τη φύση ως μεταβατικό πολιτικό πρόγραμμα, και όχι ως αιτήματα που «ρίχνονται» στο κίνημα, έχει το χαρακτήρα συνολικής μεταβατικής πολιτικής πρότασης, πολιτικού προγράμματος μίας υποτιθέμενης μεταβατικής κατάστασης. Με αυτήν την έννοια, το μεταβατικό πολιτικό πρόγραμμα εισάγει «από την πίσω πόρτα» τη λογική της προσέγγισης του σοσιαλισμού/κομμουνισμού μέσω κάποιου σταδίου που διαμεσολαβεί την αστική και την εργατική εξουσία.

Τα παραπάνω σε καμία περίπτωση δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι κάποιοι –όχι όλοι– από τους εμπνευστές του αρνούνται φραστικά σε ορισμένες –και όχι σε όλες– τις διατυπώσεις τους τη δυνατότητα ύπαρξης μιας τέτοιας μεταβατικής κατάστασης.

Στην απόφαση της 2ης Συνδιάσκεψής της περιέχονται δύο συγκεκριμένες διατυπώσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ που εστιάζουν στo «μεταβατικό» χαρακτήρα αυτού του προγράμματος. Φυσικά, οι διατυπώσεις αυτές, όπως και οι περισσότερες θέσεις των οπορτουνιστικών μορφωμάτων, μπορεί να έρχονται σε αντίφαση με άλλες διατυπώσεις τους. Βασικό χαρακτηριστικό άλλωστε του οπορτουνισμού είναι η διατύπωση συνειδητά αμφίσημων θέσεων που επιδέχονται πολλαπλές ερμηνείες και «χαϊδεύουν» πολλών ειδών αφτιά. Μέσω αυτής της αξιοσημείωτης ελαστικότητας που του εξασφαλίζει η αντιφατικότητα των θέσεών του, επιχειρείται άλλωστε και η απόκρυψη του συμβιβαστικού χαρακτήρα της πρότασής του.

Ας περάσουμε όμως στις συγκεκριμένες διατυπώσεις. Σύμφωνα με την πρώτη, πρόκειται «για πρόγραμμα συγκέντρωσης δυνάμεων και γεφύρωσης του σήμερα με το αύριο του κινήματος», ενώ σύμφωνα με τη δεύτερη πρόκειται για πρόγραμμα το οποίο, «στο σύνολό του, θα υλοποιηθεί από την πολιτική εξουσία και κυβέρνηση της εργατικής τάξης και των σύμμαχων λαϊκών στρωμάτων».

Η πρώτη διατύπωση προβάλλει το πρόγραμμα ως ένα σύνολο στόχων κι αιτημάτων που μπορεί ν’ αξιοποιηθεί σήμερα για τη συγκέντρωση δυνάμεων. Από την άλλη πλευρά, η δεύτερη διατύπωση προβάλλει το μεταβατικό πρόγραμμα ως πρόγραμμα που πλευρές του μπορούν να επιβάλλονται από το εργατικό κίνημα εντός του καπιταλιστικού συστήματος, προετοιμάζοντας ταυτόχρονα την τελική κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη, η οποία θα εφαρμόσει κι εκείνες τις πλευρές του μεταβατικού προγράμματος που δεν είχαν εφαρμοστεί εντός του καπιταλισμού (παρόλο που ως πρόγραμμα που «στο σύνολο του» θα εφαρμοστεί από την εργατική εξουσία δεν περιλαμβάνει το αίτημα της κοινωνικοποίησης των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής). Το παραπάνω σχήμα εκφράζεται πιο καθαρά στην ακόλουθη διατύπωση της απόφασης της Συνδιάσκεψης: «Χωρίς όλες τις μορφές πάλης, με τις οποίες ο ίδιος ο οργανωμένος λαός κάνει πράξη το μεταβατικό πρόγραμμα, δεν μπορεί να υπάρχει εξουσία των εργαζομένων».

Οι παραπάνω διατυπώσεις στο σύνολό τους αφήνουν χώρο για την ερμηνεία του μεταβατικού χαρακτήρα του προγράμματος αυτού στη βάση του εξής σχήματος: Η πάλη για την εφαρμογή του μεταβατικού προγράμματος, η επιβολή πλευρών αυτού του προγράμματος μέσω της αξιοποίησης όλων των μορφών πάλης και της δημιουργίας αντιθεσμών λαϊκής εξουσίας που θα συγκρούονται με την εξουσία του κεφαλαίου και θ’ αμφισβητούν την ηγεμονία της, θα τονώνει τις αγωνιστικές διαθέσεις δημιουργώντας τις προϋποθέσεις συνολικής ανατροπής του καπιταλισμού και κατάκτησης της εργατικής εξουσίας, η οποία θα εφαρμόσει το μεταβατικό πρόγραμμα στο σύνολό του.

Πρόκειται για το σχήμα ενός ρωμαλέου λαϊκού κινήματος το οποίο θα εξαναγκάζει συνεχώς τον καπιταλισμό σε υποχωρήσεις, μέχρι τη ριζική ανατροπή του και την κατάκτηση της εργατικής εξουσίας. Στην ουσία γίνεται μηχανιστική μεταφορά στις συνθήκες του εδραιωμένου αστικού κράτους, και μάλιστα σε μη επαναστατική κατάσταση, της λεγόμενης «δυαδικής εξουσίας» που προέκυψε στη Ρωσία το διάστημα ανάμεσα σε δύο επαναστάσεις, του Φλεβάρη και του Οκτώβρη του 1917. Φυσικά από αυτήν τη μηχανιστική μεταφορά η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει επιλέξει συνειδητά να μην αντιγράψει και την ξεκάθαρη –και όχι μόνο στα λόγια– στάση του Λένιν και των μπολσεβίκων απέναντι σε όλους τους επίδοξους διαχειριστές της αστικής διακυβέρνησης.

Καταρχάς, η εφαρμογή πολλών από τα αιτήματα του μεταβατικού προγράμματος εντός του καπιταλισμού δε θα είναι αναγκαστικά προϊόν του λαϊκού κινήματος, αλλά των ίδιων των επιλογών της αστικής τάξης, π.χ., η κατάργηση του μνημονίου, πιθανές εθνικοποιήσεις τραπεζών σαν αυτές που μαζικά έγιναν κατά τη διάρκεια της πρόσφατης κρίσης, ακόμα και η αναζήτηση για αναπροσανατολισμό των διεθνών συμμαχιών του ελληνικού και όχι μόνο καπιταλισμού, όπως συγκροτημένα εκφράζεται στο λεγόμενο «ευρωσκεπτικιστικό» ρεύμα.

Φυσικά, πολλά αιτήματα μπορούν να «χωνευτούν» από τις καμπές της αστικής πολιτικής διαχείρισης. Ακριβώς όμως γι’ αυτόν το λόγο απαιτείται η ένταξή τους σε μια συνολική πολιτική γραμμή η οποία αναδεικνύει έμπρακτα τη σχέση τους με το ζήτημα της εξουσίας και δεν τα παρουσιάζει ως τμήματα ενός ενιαίου πολιτικού προγράμματος με «σχετική αυτοτέλεια» από την εργατική εξουσία.

Η πολιτικοποίηση της εργατικής συνείδησης, η προετοιμασία της για σύγκρουση με τον καπιταλισμό δεν μπορεί να γίνεται στη βάση αιτημάτων που –αποσπασμένα από τον ταξικό χαρακτήρα της εξουσίας– εντάσσονται στην αστική διαχείριση, π.χ., διαγραφή ή «κούρεμα» χρέους, κρατικοποίηση ή ιδιωτικοποίηση, προστατευτισμός ή ελεύθερο εμπόριο, παραμονή ή αποχώρηση από τη μία ή την άλλη ιμπεριαλιστική συμμαχία κλπ. Πρόκειται για διλήμματα που εξυπηρετούν την καπιταλιστική αναπαραγωγή και όχι την κοινωνική ευημερία. Αντικειμενικά, η στοίχιση ενός πολιτικού προγράμματος πίσω από τον έναν ή τον άλλο πόλο στα παραπάνω ζητήματα δεν προετοιμάζει δυνάμεις για τη σύγκρουση με τον καπιταλισμό, αλλά για μια άλλη μορφή διαχείρισης του καπιταλισμού.

Επίσης η παραπάνω αντίληψη, όπως και όλη η πρακτική της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο κίνημα, αποκρύπτουν ότι τα όρια των κατακτήσεων στον καπιταλισμό δεν είναι απεριόριστα και δεν εξαρτώνται μόνο από παράγοντες του κινήματος, αλλά καταρχάς από τις αναγκαιότητες της ίδιας της συσσώρευσης του κεφαλαίου σε κάθε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο. Με λίγα λόγια, το εργατικό κίνημα δεν μπορεί να μετατρέψει τον καπιταλισμό σε ανθρώπινο, ούτε να τον εξαναγκάσει να παραβιάζει σταθερά τους νόμους κίνησής του. Τα παραπάνω φαίνονται πολύ καλύτερα στις μέρες μας όπου –σε σύγκριση με προηγούμενες δεκαετίες– ο καπιταλισμός αντικειμενικά δεν έχει πολλά περιθώρια υποχωρήσεων και γι’ αυτό ακόμα και η απόσπαση της πιο μικρής κατάκτησης προϋποθέτει γενικότερη σύγκρουση μαζί του. Αυτά τα όρια μπορούν να ξεπεραστούν βραχυπρόθεσμα μόνο όταν απειλείται άμεσα η εξουσία του κεφαλαίου, αλλά γι’ αυτό θα μιλήσουμε παρακάτω.

Ακόμα όμως και αν –προς χάριν της συζήτησης– υποθέσουμε ότι οι κατακτήσεις εντός του καπιταλισμού είναι συνεχόμενες και διευρυνόμενες, τότε αυτό δε μετατρέπεται σε «κρίκο» πυροδότησης των επαναστατικών διαθέσεων των μαζών. Η ανατροπή του καπιταλισμού δε θα έρθει απλώς ως επιστέγασμα συνεχόμενων κατακτήσεων, αλλά ως αποτέλεσμα ενός πλέγματος αντικειμενικών και υποκειμενικών συνθηκών.

Οι υποκειμενικές προϋποθέσεις αναφέρονται στην ετοιμότητα της εργατικής τάξης και των συμμάχων της με την καθοδήγηση του κόμματός της να τραβήξουν την κρίσιμη στιγμή μπροστά στην κατεύθυνση ανατροπής της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας κι εξουσίας. Οι αντικειμενικές συνθήκες, με τη σειρά τους, περιλαμβάνουν –πέραν της έτσι κι αλλιώς υπαρκτής υλικής ωριμότητας του σοσιαλισμού– την επαναστατική κατάσταση ως συμπύκνωση της κρίσης των «κορυφών» της αστικής τάξης, της μεγαλύτερης της συνηθισμένης και μη διαχειρίσιμης από το αστικό κράτος επιδείνωσης της ανέχειας και της αθλιότητας των καταπιεζόμενων τάξεων και της επακόλουθης ανόδου της δραστηριότητας των μαζών.

Με λίγα λόγια, «όταν αναφερόμαστε στην επαναστατική κατάσταση ως αντικειμενική προϋπόθεση της σοσιαλιστικής επανάστασης, εννοούμε ένα σύνολο αντικειμενικά διαμορφωμένων αλλαγών στην κοινωνία, που έχουν τη βάση τους στις οικονομικές σχέσεις, οι οποίες οδηγούν σε μια κατάσταση προσωρινής ισορροπίας ανάμεσα στην αστική και την εργατική τάξη»6. Πρόκειται δηλαδή για μια σχετική ισορροπία δυνάμεων, η οποία δεν μπορεί να είναι μακροχρόνια, όπως υπαινίσσεται το παραπάνω σχήμα, ενώ η εμφάνισή της είναι αντικειμενική κι ανεξάρτητη από τη θέληση των κομμάτων και των κυβερνήσεων, παρόλο που η προηγούμενη δραστηριότητα του επαναστατικού κόμματος μπορεί να επιδράσει σε πλευρές της εκδήλωσής της.

Σε αυτές τις συνθήκες «διαμορφώνονται όργανα της εργατικής λαϊκής πάλης για να εξασφαλίσουν στοιχειώδεις συνθήκες της λαϊκής επιβίωσης, που δεν μπορεί πλέον να εξασφαλίσει η αστική εξουσία». Αυτά τα όργανα πρέπει –με την καθοδήγηση του επαναστατικού Κομμουνιστικού Κόμματος– να συγκροτηθούν σε ενιαίο επαναστατικό κέντρο που θα παλέψει για την ανατροπή της αστικής εξουσίας και δε θα περιορίζεται μόνο στην εξασφάλιση της εργατικής λαϊκής επιβίωσης.

Τέτοια όργανα ενάντια στο αστικό κράτος δεν μπορούν να δημιουργηθούν σε συνθήκες «ομαλές», αφού εξ ορισμού σε τέτοιες συνθήκες το αστικό κράτος, οι θεσμοί και οι μηχανισμοί του διατηρούν κατά βάση την πολιτική κυριαρχία τους στις λαϊκές μάζες, την ικανότητα να διαχειρίζονται με ακίνδυνο για το σύστημα τρόπο τις αντιδράσεις τους. Αυτό αποδείχτηκε και από την εμπειρία αυτών των οργάνων μετά από τις ήττες των επαναστάσεων την περίοδο 1917-1921 στην Ευρώπη (Γερμανία, Ουγγαρία, Σλοβακία, Ιταλία). Στο βαθμό που οι επαναστάσεις αυτές δεν κατάφεραν να νικήσουν και να λειτουργήσουν ως φύτρα της νέα εργατικής εξουσίας, τα όργανα αυτά πολύ γρήγορα είτε ενσωματώθηκαν είτε διαλύθηκαν.

Σε σχέση με τα παραπάνω, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ζήτημα της στάσης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ απέναντι σε μια «κυβέρνηση της Αριστεράς» και στο ρόλο της. Πρόκειται για ζήτημα το οποίο έχει προκαλέσει ισχυρές αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και των συνιστωσών της.

Η ανησυχία γύρω από αυτό το ζήτημα εκφράστηκε και την περίοδο πριν το πρόσφατο 3ο Συνέδριο του ΝΑΡ. Χαρακτηριστική είναι η εξής διατύπωση από τις Θέσεις του πρόσφατου 3ου Συνεδρίου του ΝΑΡ: «Στην πορεία ανάπτυξης της ταξικής πάλης, με την ποιοτική ενίσχυση του μαζικού επαναστατικού αγώνα και των αντίστοιχων οργάνων εργατικής πολιτικής, με τη διαμόρφωση ενός πανίσχυρου αντικαπιταλιστικού εργατικού μετώπου και μιας αντίστοιχης επαναστατικής και σύγχρονα κομμουνιστικής Αριστεράς, μπορεί να προκύψουν ανακατατάξεις και σε κυβερνητικό επίπεδο. Είτε με κυβερνήσεις αστικού ή μικροαστικού χαρακτήρα, που θα προσπαθήσουν να ενσωματώσουν κάποια από τα αιτήματα και τη δυναμική του λαϊκού κινήματος, είτε με κυβερνήσεις αριστερού προσανατολισμού, που θα προσπαθούν να εκφράσουν –με μερικό και αντιφατικό τρόπο– τη λαϊκή πάλη. Ειδικά στη δεύτερη περίπτωση, θα αποτελούν, ενδεχόμενα, ένα υβριδικό προϊόν της πάλης ενός ισχυρού εργατικού και αντικαπιταλιστικού κινήματος (που δε θα είναι ισχυρό ώστε να επιβάλλει την επανάσταση) και μιας αδύναμης αστικής τάξης (που θα αναγκάζεται να υποχωρήσει πρόσκαιρα, για να ενσωματώσει αρχικά κι έπειτα να επιτεθεί στο εργατικό κίνημα και στις κατακτήσεις του)»7.

Στη δεύτερη εκδοχή της παραπάνω ανάλυσης συνυπάρχουν δύο απάτες ή, το λιγότερο, αυταπάτες. Η πρώτη είναι ότι πιθανές «κυβερνήσεις αριστερού προσανατολισμού» θα «προσπαθήσουν να εκφράσουν […] τη λαϊκή πάλη» αντί να την ενσωματώσουν και η δεύτερη ότι μπορεί να προκύψει μια πιο μακροχρόνια κατάσταση ισορροπίας δυνάμεων μεταξύ αστικής κι εργατικής τάξης και μάλιστα μέσω του θεσμού των εκλογών, μια πιο μακροχρόνια κατάσταση «δυαδικής εξουσίας». Επίσης είναι φανερό ότι με την παραπάνω λογική το ΝΑΡ αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο η «κυβέρνηση αριστερού προσανατολισμού» να λειτουργήσει ως «σκαλοπάτι» για το άνοιγμα του δρόμου προς την επανάσταση.

Και στα δύο παραπάνω ενδεχόμενα εμφανίζεται ως καθοριστική «η αντικαπιταλιστική ανατροπή της επίθεσης (που) θ’ ανοίξει το δρόμο για την επανάσταση, για τη διεκδίκηση και κατάκτηση της εξουσίας και της κυβέρνησης από τις μαχόμενες δυνάμεις των εργαζομένων και του λαϊκού κινήματος, τη σύγκρουση και τελικά τη συντριβή του αστικού κράτους»8. Από την παραπάνω αλλά και από πολλές αντίστοιχες διατυπώσεις βγαίνει το συμπέρασμα ότι η «αντικαπιταλιστική ανατροπή της επίθεσης» αναφέρεται σε μια αποφασιστικής σημασίας παρέμβαση του κινήματος με ή χωρίς «αριστερή κυβέρνηση» που επιβάλλει στην καπιταλιστική κυριαρχία τη θέλησή της χωρίς επαναστατική ανατροπή της δεύτερης. Πρόκειται για πλήρως ανεδαφικά σχήματα λόγου που αναιρούν την ουσία της επανάστασης ως σύγκρουσης με την αστική εξουσία, παρόλο που διακηρυκτικά αποδέχονται την αναγκαιότητά της.

Όσο κι αν το αποκηρύσσει φραστικά η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, το ίδιο το μεταβατικό πρόγραμμα, η ίδια η σχετική αυτοτέλεια που του προσδίδουν σε σχέση με την εργατική εξουσία, «κλείνει το μάτι» στην οπορτουνιστική αντίληψη σύμφωνα με την οποία «το κράτος και οι θεσμοί του αντιμετωπίζονται ουδέτερα, διαταξικά ή με ευμετάβλητο ταξικό περιεχόμενο που καθορίζεται από το ποια κόμματα έχουν την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Προβάλλεται η “διαδικασία για το σοσιαλισμό” ως μια μακροχρόνια πορεία “ρήξεων και συγκρούσεων” μ’ επικεφαλής μια “κοινοβουλευτική πλειοψηφία” και μια “κυβέρνηση της Αριστεράς” μέσα στο έδαφος του καπιταλισμού»9.

Η ίδια η ύπαρξη του μεταβατικού προγράμματος θέτει ζήτημα σταδίου μεταξύ αστικής κι εργατικής εξουσίας, θέτει ζήτημα κυβέρνησης εντός του καπιταλισμού, όσο κι αν αυτό το ενδεχόμενο ξορκίζεται μετά βδελυγμίας από κάποια επίσημα κείμενα. Πολλά στελέχη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ εστιάζουν σε αυτήν ακριβώς την αντιφατικότητα και διατυπώνουν ανοιχτά την αναγκαιότητα άρσης της μέσω της ανοιχτής διατύπωσης κυβερνητικού στόχου εντός του καπιταλισμού. Η παρέμβαση του Γ. Ρούση είναι από τις πιο χαρακτηριστικές: «Η άρνηση συμμετοχής σε μια μεταβατική κυβέρνηση και η αναμονή του Αγίου σοσιαλισμού ουσιαστικά ακυρώνει το περιεχόμενο της μεταβατικής πρότασης, και ως προς αυτό τουλάχιστον σημαίνει ταύτιση με το ΚΚΕ. Αν δεχτούμε μια τέτοια άποψη, προκύπτει το ερώτημα ποιος θα υλοποιήσει τα προτεινόμενα στο μεταβατικό πρόγραμμα που προτείνουμε στη θέση».

Φυσικά, οι παραπάνω τοποθετήσεις αντικειμενικά συνιστούν απόσπαση της πολιτικής από την οικονομία, αυταπάτη ότι τα μονοπώλια θα επιτρέψουν το σχηματισμό μιας κυβέρνησης βγαλμένης από το αστικό κοινοβούλιο που θ’ αμφισβητήσει την εξουσία τους. Η αστική εξουσία αποτελείται από θεσμούς, φανερούς και κρυφούς μηχανισμούς, που λειτουργούν ανεξάρτητα από το ποιο αστικό κόμμα βρίσκεται στην κυβέρνηση ή το πώς διαμορφώνεται η κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Ακόμα κι αν υπήρχε πιθανότητα να εκφραστούν κοινοβουλευτικά τέτοιες εργατικές-λαϊκές διαθέσεις, είναι σίγουρο ότι η αστική εξουσία δε θα ταλαντευόταν καθόλου στο να ακυρώσει με κάθε τρόπο αυτό το ενδεχόμενο.

Το μεταβατικό πρόγραμμα μετατρέπει λοιπόν όλες αυτές τις διακηρύξεις περί μη στήριξης κυβέρνησης εντός του καπιταλισμού σε κενό γράμμα, σε επαναστατική γαρνιτούρα μιας συμβιβαστικής με τον καπιταλισμό πολιτικής γραμμής. Το «ζουμί» που αφήνει αυτή η πολιτική γραμμή στις συνειδήσεις των εργαζομένων είναι ακριβώς αυτή η αναγκαιότητα αλλαγής διαχείρισης του καπιταλισμού.

Αυτό άλλωστε αποτυπώνεται και στην ίδια την προπαγάνδα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, στην οποία σταθερά κυριαρχεί ως άμεσος πολιτικός στόχος η «ανατροπή της κυβέρνησης». Σε αντιστοιχία με το στόχο αυτό βρίσκονται οι κατά καιρούς κορόνες περί «τραπεζίτη πρωθυπουργού» για τον Παπαδήμο, περί «ακροδεξιού Σαμαρά», η προβολή των αντεργατικών, αντιλαϊκών μέτρων ως προϊόν «επιβολής» της τρόικα, οι αναφορές στις «εθελόδουλες μνημονιακές» κυβερνήσεις, οι κραυγές περί «κατοχής» κλπ. Αλήθεια, όμως, γιατί η ανατροπή μιας αστικής κυβέρνησης και η αντικατάστασή της από μια άλλη σε μη επαναστατικές συνθήκες αποτελεί ρήγμα και όχι ανάσα στην αστική πολιτική και σταθερότητα; Αλήθεια, από τη συνεχόμενη αλλαγή κυβερνήσεων και πρωθυπουργών τα τελευταία χρόνια απορρέει το συμπέρασμα ότι αδυνατίζει το σύστημα και υποβοηθιέται η ριζοσπαστικοποίηση των εργαζομένων ή αυτές οι αλλαγές κυβερνήσεων, κομμάτων, προσώπων αποτελούν ένα από τα πιο αποτελεσματικά όπλα που διαθέτει η αστική τάξη για τη διαχείριση της οργής των εργαζομένων απέναντι στις συνέπειες της πολιτικής της, για τη διοχέτευσή της σε ακίνδυνα για την αστική εξουσία «κανάλια»;

Καμία συγκέντρωση δυνάμεων για τη σύγκρουση με τον καπιταλισμό δεν προετοιμάζουν τα περί μεταβατικού προγράμματος. Αντίθετα, προετοιμάζουν εργαζομένους να κάνουν ό,τι κάνει και η εκτίμηση του εκλογικού αποτελέσματος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ: Να πανηγυρίζουν για την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ κι εμμέσως για την προοπτική της ανάληψης της κυβερνητικής εξουσίας από αυτόν. Αντικειμενικά, η οριοθέτηση ως άμεσου πολιτικού στόχου της ανατροπής της κυβέρνησης δίνει αέρα στα πανιά του ΣΥΡΙΖΑ στην προοπτική ανάδειξής του σε κυβέρνηση, καθιστώντας όσες δυνάμεις το υιοθετούν δορυφόρο του ενός πόλου της αστικής διαχείρισης. Όσο η εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα δεν είναι αποφασισμένοι να κάνουν το βήμα σύγκρουσης με την αστική εξουσία, όσο ευελπιστούν σε μια θετική αλλαγή μέσω του κοινοβουλίου και των αστικών θεσμών, τότε το σύνθημα της ανατροπής της κυβέρνησης δεν μπορεί παρά ν’ αποτελεί σύνθημα υποστήριξης της αστικής εναλλαγής.

Το δίλημμα δε αν η κυβέρνηση θα «πέσει» από τους αγώνες, «από τα κάτω» ή μέσα από το κοινοβούλιο, είναι ψεύτικο γιατί το ένα δεν αποκλείει το άλλο. Δηλαδή, εργατικές-λαϊκές κινητοποιήσεις μπορεί να επισπεύσουν μια αστική εναλλαγή που θ’ αποτυπωθεί κοινοβουλευτικά. Αυτό, άλλωστε, επιδιώκει και ο ΣΥΡΙΖΑ.

Αντίθετα, η συγκέντρωση δυνάμεων για την επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας μπορεί σήμερα να προχωρήσει με την ανάδειξη του γεγονότος ότι η λύση των λαϊκών προβλημάτων δεν μπορεί να έρθει μέσω της απλής αλλαγής των κομμάτων στην κυβέρνηση, αλλά μέσω της αλλαγής της τάξης στην εξουσία. Είναι άλλο να λες «αυτό που χρειάζεται τώρα είναι η ανατροπή της κυβέρνησης, η διαγραφή του χρέους, η έξοδος από το ευρώ και την ΕΕ κλπ., κλπ.» και αν το φέρει η κουβέντα να πετάς και καμία ατάκα για τον κομμουνισμό και την κομμουνιστική απελευθέρωση, και άλλο να λες «δεν αρκεί η ανατροπή της κυβέρνησης, χρειάζεται ανατροπή της εξουσίας της αστικής τάξης, κοινωνικοποίηση των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, με αποδέσμευση από την ΕΕ και οποιαδήποτε άλλη ιμπεριαλιστική συμμαχία».

Το μεταβατικό πρόγραμμα στην καλύτερη περίπτωση μετατοπίζει σε «δεύτερο χρόνο» την προπαγάνδιση της κομμουνιστικής κοινωνίας οδηγώντας νομοτελειακά –ως μεταβατικό– στην απόσπαση των στόχων βελτίωσης της θέσης της εργατικής τάξης από την πάλη για την ανατροπή της καπιταλιστικής εξουσίας10, στην οποία αναφερθήκαμε και προηγούμενα. Αυτή η απόσπαση με τη σειρά της θέτει –ακόμα και αν δε διατυπώνεται ρητά– ζήτημα κάποιου είδους «αριστερής μεταβατικής κυβέρνησης» η οποία θα υλοποιήσει το μεταβατικό πρόγραμμα το οποίο υπενθυμίζουμε ότι προβάλλεται ως «σχετικά αυτοτελές» από την εργατική εξουσία.

Αυτή η απόσπαση την οποία προσπαθεί να περάσει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο εργατικό κίνημα μέσω του μεταβατικού της προγράμματος καθίσταται ακόμα πιο επικίνδυνη αν σκεφτούμε ότι η αντιπαράθεση μεταξύ των διαφορετικών επιλογών διαχείρισης της αστικής τάξης επιδρά έτσι κι αλλιώς αποπροσανατολιστικά στη συνείδηση της εργατικής τάξης, «σπρώχνοντάς» την να παίρνει θέση υπέρ της μίας ή της άλλης επιλογής. Η πίεση αυτή γίνεται ακόμα πιο μεγάλη σε συνθήκες σαν τις σημερινές, όπου η εργατική τάξη βιώνει νέες σημαντικές απώλειες, ενώ ταυτόχρονα κυριαρχεί ο πολύ αρνητικός συσχετισμός δυνάμεων, δημιουργώντας επιπρόσθετα εμπόδια στη δυνατότητα διατήρησης απ’ οποιοδήποτε αγωνιστικό ξέσπασμα της ανεξαρτησίας από τη μία ή την άλλη εκδοχή της αστικής πολιτικής.

Δεν πρόκειται για καινούργια εξέλιξη. Η μελέτη της ιστορίας του εργατικού κινήματος έχει αναδείξει τον τρόπο αυτής της επίδρασης σε κάθε φάση εξέλιξης του καπιταλισμού. Επίσης έχει αναδείξει πώς εκφράζεται η ενδοαστική αντιπαράθεση τόσο στην εκλογική επιρροή και στο συσχετισμό μεταξύ των αστικών κομμάτων όσο και στην αντιπαράθεση των απόψεων στο εσωτερικό του κάθε αστικού κόμματος. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η παραπάνω αντιπαράθεση και η επίδρασή της τόσο στο εργατικό κίνημα όσο και στα αστικά κόμματα ήταν ανεξάρτητη από το ποια πλευρά των αστικών δίπολων ήταν κάθε φορά κυρίαρχη, από το ποιες ήταν κάθε φορά οι «στρατηγικές επιλογές» της αστικής τάξης.

Χαρακτηριστικές γι’ αυτήν την απόσπαση των στόχων από το ζήτημα της εξουσίας είναι και αρκετές αναλύσεις στελεχών της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, οι οποίοι κατά καιρούς έχουν «πιαστεί στα πράσα» να υπερασπίζονται χωρίς κανένα πρόσχημα καθαρόαιμες αστικές κυβερνήσεις, ακριβώς γιατί υιοθέτησαν μέτρα σαν κι αυτά που περιλαμβάνονται στο μεταβατικό πρόγραμμα πιστώνοντάς τους στην ουσία την έξοδο από την οικονομική κρίση και την καπιταλιστική ανάπτυξη. Ενδεικτικά παραθέτουμε απόσπασμα από άρθρο του ΠΡΙΝ με το οποίο εκθειάζεται η κυβέρνηση Κίρχνερ για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκε την κρίση στη χώρα: «…η Αργεντινή έσωσε προ δεκαετίας την κοινωνία της, διαγράφοντας το 75% του χρέους, πρωτίστως επειδή έπαψε να είναι το πειθήνιο θύμα του ΔΝΤ και των αγορών. Όποιες κι αν είναι στο εξής οι πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις, η παρακαταθήκη αυτή δεν αίρεται…»11.

Η απόσπαση αυτή των επιμέρους στόχων από το ζήτημα της εξουσίας αντανακλάται και στην κριτική που ασκούν οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο ΚΚΕ για «παραπομπή όλων των μεγάλων πολιτικών στόχων της περιόδου στο ακαθόριστο μέλλον της λαϊκής εξουσίας...»12.

Το κομμουνιστικό κίνημα έχει «πληρώσει» ακριβά την παραπομπή του ζητήματος της εξουσίας στη «Δευτέρα Παρουσία». Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά και στο Β΄ τόμο του Δοκιμίου Ιστορίας του ΚΚΕ: «Τα κομμουνιστικά κόμματα των καπιταλιστικών χωρών δεν έθεταν στα προγράμματά τους το σοσιαλισμό ως επίκαιρο, άρα ως στρατηγικό στόχο. Γενικά διακήρυσσαν την αναγκαιότητα του σοσιαλισμού. Όμως στη διαμόρφωση της πολιτικής τους έθεταν κυβερνητικούς στόχους, που εξ αντικειμένου δεν εξυπηρετούσαν μια στρατηγική συγκέντρωσης και οργάνωσης δυνάμεων, με στόχο τη γενική πλήρη σύγκρουση και ρήξη με την αστική εξουσία σε συνθήκες γενικευμένης οικονομικής και πολιτικής κρίσης στη χώρα τους. Ισχυρά κόμματα στη Δυτική Ευρώπη έφτασαν ως τη σοσιαλδημοκρατικοποίηση, με τη μορφή του “ευρωκομμουνισμού”»13.

Το ΚΚΕ παλεύει σήμερα, στους σημερινούς αγώνες, για την υπεράσπιση των εργατικών και λαϊκών αναγκών και ταυτόχρονα για τη συγκέντρωση και την προετοιμασία δυνάμεων για τη σοσιαλιστική επανάσταση. Σήμερα συγκρούεται με τις κοινοβουλευτικές αυταπάτες για τη λύση των λαϊκών προβλημάτων με μια απλή αλλαγή διαχειριστή της αστικής εξουσίας, σήμερα ζυμώνει την αναγκαιότητα κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής, σήμερα μελετά την πρώτη απόπειρα οικοδόμησης της νέας κοινωνίας κι ενσωματώνει τα συμπεράσματά της στην προγραμματική του αντίληψη.



ΤΟ «ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ» ΩΣ ΟΧΗΜΑ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗΣ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΤΙΚΟΥ ΠΟΛΟΥ

Με βάση τα παραπάνω, γίνεται κατανοητό πώς μπορούν να συνδυάζονται η επαναστατική λογοκοπία με τη γραμμή δράσης που σπέρνει αυταπάτες, ευνουχίζει τον ταξικό ριζοσπαστισμό, λειτουργεί ως εφεδρεία αστικών δυνάμεων. Γίνεται κατανοητό γιατί αυτή η γραμμή πλεύσης όχι μόνο δεν τρομάζει το ΣΥΡΙΖΑ, αλλά προβάλλεται από αυτόν ως «δημιουργική κριτική», ενώ αξιοποιείται για τη ρυμούλκηση αγωνιστών στο κυβερνητικό του άρμα.

Η ίδια η ουσία και η λογική του μεταβατικού προγράμματος «ρίχνει γέφυρες» συνεργασίας με δυνάμεις καθαρά αστικού, σοσιαλδημοκρατικού χαρακτήρα. Χαρακτηριστικές είναι οι συγκλίσεις που αντικειμενικά δημιουργούνται στη βάση του μεταβατικού προγράμματος μεταξύ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και αντίστοιχων προγραμμάτων όπως αυτό του Σχεδίου Β΄ ή της εισήγησης14 της λεγόμενης Αριστερής Πλατφόρμας του Λαφαζάνη στην ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ, στις 8 Δεκέμβρη 2013, η οποία ζητάει πολιτική συνεργασία με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και με άλλες δυνάμεις της «εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς».

Οι επίσημες διεργασίες μεταξύ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άλλων οπορτουνιστικών ομάδων (Σχέδιο Β΄, ΕΕΚ, ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ, Όμιλος Γ. Κορδάτος, όμιλος για τη Μελέτη της Λογικής της Ιστορίας) ξεκίνησαν με προοπτική την κοινή εκλογική κάθοδο στις ευρωεκλογές, ενώ συνεχίζονται μέχρι σήμερα. Η συζήτηση έγινε στη βάση του «ευρωσκεπτικιστικού» προγράμματος του Σχεδίου Β΄, το οποίο αποτελεί ένα εναλλακτικό σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα διαχείρισης με στόχο την επιστροφή στην καπιταλιστική ανάπτυξη, σε βάρος τελικά της εργατικής τάξης.15

Η διαδικασία αυτή, που περιελάμβανε συνεχείς συναντήσεις, συσκέψεις και διαβουλεύσεις, πήρε το χαρακτήρα και δημόσιας αντιπαράθεσης μ’ εκατέρωθεν χαρακτηρισμούς. Η άκαρπη (προς το παρόν) διαδικασία φαίνεται να οφείλεται όχι τόσο σε διαφορές θέσεων όσο στο ζήτημα διαμόρφωσης του συσχετισμού μέσα στο πλαίσιο αυτής της συμμαχίας. Αυτό αναδεικνύεται τόσο από την ταύτιση σε μεγάλο μέρος των θέσεων αυτών των φορέων όσο και από αντίστοιχες παραδοχές διάφορων στελεχών και συνιστωσών.

Προμετωπίδα της διαπάλης που αναπτύχθηκε αποτέλεσε η διαφωνία για την έξοδο από το ευρώ και την Ευρωζώνη. Η πλειοψηφία των δυνάμεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (ΝΑΡ, ΣΕΚ, Αριστερή Συσπείρωση, ΟΚΔΕ, ΕΚΚΕ) πρόβαλλε ως αναγκαία βάση για τη συμπόρευση το λεγόμενο μεταβατικό πολιτικό πρόγραμμα. Δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (ΑΡΑΣ, ΑΡΑΝ, ανένταχτοι) και το Σχέδιο Β΄ του Αλαβάνου επέμεναν στη θέση να μην τεθεί ως προαπαιτούμενο της συμφωνίας η έξοδος από την ΕΕ.

Μετά από αυτές τις ζυμώσεις, η ΠΣΟ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και η Πανελλαδική Συνέλευση του Σχεδίου Β΄ ψήφισαν ξεχωριστά σχέδια κοινής πολιτικής δήλωσης που διαφοροποιούνταν ως προς την ιεράρχηση των στόχων της εξόδου από το ευρώ και την ΕΕ.16

Η μη επίτευξη συμφωνίας πυροδότησε νέο γύρο ανακοινώσεων,
δηλώσεων, αλληλοκατηγοριών, τόσο ανάμεσα σε ΑΝΤΑΡΣΥΑ και Σχέδιο Β΄ όσο και στο εσωτερικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Στους κόλπους της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η μία προσέγγιση (αφορά βασικά τις δυνάμεις που επέμεναν να προταχτεί ο στόχος της εξόδου από την ΕΕ) προσπαθεί να προσδώσει στις διαβουλεύσεις αυτές ένα θετικό χαρακτήρα, για σημαντικά βήματα, γι’ ανοιχτούς διαύλους, για διαδικασία που δεν κρίνεται σε μία πράξη και για «…μια πρώτη μεγάλη δυνατότητα που αργά ή γρήγορα θα ολοκληρωθεί»17.

Η διαφορετική προσέγγιση από αυτήν που επικράτησε θεωρεί πως υπάρχει επαρκής σύγκλιση θέσεων, που επιτρέπει τη μετωπική συμπόρευση. Σε κείμενο που υπογράφουν μια σειρά συσπειρωμένων στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ αναφέρεται: «Τα δύο κείμενα, απόρροια κοινής συλλογικής επεξεργασίας, που ψηφίστηκαν αντιστοίχως από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και από το ΣΧΕΔΙΟ Β΄ εκφράζουν σημαντική σύγκλιση θέσεων και, συνεπώς, καθιστούν δυνατή αυτήν την, από κάθε άποψη, αναγκαία συμπόρευση…»18. Ακόμη, σε ανακοίνωση της ΑΡΑΣ με χαρακτηριστικό τίτλο «βρείτε τις διαφορές και κερδίστε… μια μετωπική συμπόρευση» τονίζεται ο επουσιώδης χαρακτήρας των διαφορών και γίνεται κάλεσμα για πίεση «από τα κάτω» ώστε να προχωρήσει το εγχείρημα: «Αν οι οργανώσεις που συμμετέχουν στη διαδικασία αδυνατούν να βάλουν τον εαυτό τους στο ύψος των περιστάσεων πρέπει όλοι οι αγωνιστές που αντιλαμβάνονται τη σημασία αυτού του εγχειρήματος από κοινού να πιέσουν ανοιχτά και δημόσια για την άμεση συγκρότηση της Μετωπικής Συμπόρευσης με κοινές εκδηλώσεις»19.

Ο χαρακτήρας του μεταβατικού προγράμματος και οι εγγενείς αντιφάσεις που αντικειμενικά εμπεριέχει, αποτελούν και τη βάση πάνω στην οποία αναπτύσσονται διεργασίες και απόψεις που θεωρούν πως το μεταβατικό πρέπει να γίνει πιο μίνιμουμ, ώστε να πετυχαίνονται οι μέγιστες δυνατές συμμαχίες. Τέτοιες πλευρές αναδείχτηκαν τόσο στο πλαίσιο του προσυνεδριακού διαλόγου του 3ου Συνεδρίου του ΝΑΡ20 όσο και στις ανακοινώσεις του ΝΑΡ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ μετά από την αποτυχία συμφωνίας με το Σχέδιο Β΄.

Ανεξάρτητα από την εξέλιξη των ζυμώσεων σε αυτήν τη φάση, αναδεικνύεται ο χαρακτήρας του μεταβατικού προγράμματος όχι ως «γέφυρα του σήμερα με το αύριο του κινήματος», αλλά ως γέφυρα για τη μορφοποίηση του οπορτουνιστικού πόλου. Ο στόχος αυτός διατυπώνεται ανοιχτά από το ΝΑΡ: «Διεκδικήσεις-κόμβοι που επιλέγουμε και ιεραρχούμε από αυτό το πρόγραμμα […] αποτελούν το περιεχόμενο της παρέμβασής μας για την διαμόρφωση –για παράδειγμα– των στόχων του αγωνιστικού μετώπου ρήξης ανατροπής ή του πολιτικού πλαισίου για τη μετωπική συμπόρευση…»21.

Οι παραπάνω διεργασίες εντάσσονται στην αναμόρφωση του οπορτουνιστικού χώρου του αστικού πολιτικού συστήματος στο έδαφος του μεγάλου κενού που αφήνει η σταδιακή μετατροπή του ΣΥΡΙΖΑ σε καθαρόαιμο κόμμα αστικής διαχείρισης.



Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ «ΝΕΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ» ΑΠΟ ΤΟ ΝΑΡ


Οι διεργασίες για τη λεγόμενη μετωπική πολιτική συμπόρευση έθεσαν εκ νέου το ζήτημα του χαρακτήρα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ που είχε απασχολήσει εκτενώς και τη 2η Πανελλαδική της Συνδιάσκεψη.

Επιπλέον τροφή στη συζήτηση αυτή έδωσε η διεξαγωγή του 3ου Συνεδρίου του ΝΑΡ (29 Νοέμβρη - 1 Δεκέμβρη 2013). Σε αυτό αναφέρεται ότι «υποκείμενο της αντικαπιταλιστικής ανατροπής και της προσέγγισης της επανάστασης» είναι το «Αντικαπιταλιστικό Εργατικό Μέτωπο» για την προώθηση του οποίου απαιτείται:

• «Η συσπείρωση των επαναστατικών κομμουνιστικών δυνάμεων και η συγκρότηση σύγχρονου κόμματος κομμουνιστικής απελευθέρωσης.

• Η συγκρότηση του πόλου της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής Αριστεράς, η ενίσχυση και αναβάθμιση του ελπιδοφόρου βήματος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και το άνοιγμα δρόμων πολιτικής συνεργασίας και μετωπικής συμπόρευσης των ευρύτερων αντικαπιταλιστικών, αντιΕΕ και αντιιμπεριαλιστικών δυνάμεων.

• Η συγκρότηση του εργατικού και λαϊκού αγωνιστικού μετώπου ρήξης-ανατροπής, με θεμέλιο ένα πολιτικά ανατρεπτικό και ταξικά ανασυγκροτημένο εργατικό κίνημα και η ενίσχυση της αντικαπιταλιστικής πτέρυγας του μαζικού κινήματος».

Το ΝΑΡ προσεγγίζει το επαναστατικό υποκείμενο μέσω της αλληλεπίδρασης κόμματος - μετώπου - αντικαπιταλιστικής πτέρυγας του εργατικού κινήματος: «Το πολιτικό επαναστατικό υποκείμενο σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο αποτελείται από την ενότητα και την αλληλεπίδραση του κόμματος (της ειδικής στρατηγικής πρωτοπορίας), του πολιτικού μετώπου (της γενικής και πολιτικά αποφασιστικής πρωτοπορίας) και των αντικαπιταλιστικών τάσεων των αγωνιζόμενων εργατικών-λαϊκών μαζών»22.

Η παραπάνω «αναζήτηση», όπως και οι άλλες στις οποίες θ’ αναφερθούμε στη συνέχεια, δεν είναι καθόλου καινούργιες. Η διαρκής αναζήτηση άλλωστε για «νέα» φαινόμενα και «νέες» απαντήσεις αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό του οπορτουνισμού σε διεθνές επίπεδο: Νέο επαναστατικό υποκείμενο, νέο στάδιο του καπιταλισμού, νέο ταξικό εργατικό κίνημα, νέο κόμμα κομμουνιστικής απελευθέρωσης κλπ. Αυτές οι διαρκείς και ατέλειωτες αναζητήσεις του οπορτουνισμού γίνονται στο έδαφος της πολιτικής προσπάθειας θεωρητικής τεκμηρίωσης της αναγκαιότητας ριζικής τομής στο κομμουνιστικό κίνημα, στο πλαίσιο της λεγόμενης «κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης».

Φυσικά η κριτική μας δεν έγκειται στο ότι δεν υπάρχουν νέα φαινόμενα στην ανάπτυξη του καπιταλισμού που χρειάζονται βαθιά μελέτη. Ίσα-ίσα, θεωρούμε ότι η αδυναμία ερμηνείας και γενίκευσης των νέων φαινομένων του καπιταλισμού με τα μεθοδολογικά εργαλεία του μαρξισμού-λενινισμού από το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα άφησε άπλετο χώρο στην ερμηνεία τους με αστικά και μικροαστικά κριτήρια. Ακριβώς τέτοιου είδους ερμηνεία αποτελούν αυτές οι διαρκείς αναζητήσεις του ΝΑΡ και των υπόλοιπων οπορτουνιστικών σχημάτων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε όλα τα επίπεδα, στην οικονομία, στο εποικοδόμημα, στο κόμμα, στην επαναστατική πολιτική, στο σοσιαλισμό-κομμουνισμό κλπ.

Όπως και οι αντίστοιχες διεθνείς «αναζητήσεις» του «νέου επαναστατικού υποκειμένου», έτσι και αυτή του ΝΑΡ αρνείται ουσιαστικά το ρόλο του ΚΚ, υποβαθμίζοντας κι εξισώνοντάς τον με το ρόλο άλλων κομμάτων, αλλά και συνδικαλιστικών εργατικών οργανώσεων. Με βάση την παραπάνω οριοθέτηση του «πολιτικού επαναστατικού υποκειμένου», το ΚΚ δεν αποτελεί την ιδεολογική και πολιτική πρωτοπορία της εργατικής τάξης, αλλά απλώς την «ειδική στρατηγική πρωτοπορία», ένα είδος διαφώτισης των υπόλοιπων τμημάτων του επαναστατικού υποκειμένου.

Το ΚΚ αποτελεί οργάνωση που αποτελείται από τα πιο πρωτοπόρα, τα πιο συνειδητά στοιχεία της εργατικής τάξης και είναι φορέας της συνένωσης της επαναστατικής θεωρίας με το εργατικό κίνημα. Αυτό που διαφοροποιεί το Κομμουνιστικό Κόμμα από τις άλλες οργανώσεις της εργατικής τάξης είναι η συνειδητά σχεδιασμένη πάλη για την απαλλαγή από την εκμετάλλευση, η υπεράσπιση και προβολή των γενικών συμφερόντων της εργατικής τάξης ως τάξης έναντι των ιδιαίτερων συμφερόντων των επιμέρους τμημάτων της. Η πολιτική ενότητα της εργατικής τάξης, η ενότητα στη βάση της ιστορικής της αποστολής, μπορεί να εκφραστεί μόνο με τη συσπείρωση της εργατικής τάξης γύρω από το Κόμμα της.

Αυτό το καθήκον δεν μπορεί να το επιτελέσει κανένα μέτωπο και κανένα τμήμα του συνδικαλιστικού εργατικού κινήματος, ακριβώς γιατί η επαναστατική, ταξική συνείδηση δεν αναπτύσσεται ούτε ενιαία, ούτε αυθόρμητα στην εργατική τάξη. Αυθόρμητα η εργατική τάξη δε φτάνει στον αντικαπιταλιστικό, αλλά στην καλύτερη περίπτωση στον οικονομικό αγώνα.

Η επαναστατική συνείδηση «εισάγεται» μέσα στο εργατικό κίνημα από το πρωτοπόρο τμήμα της τάξης, από το ΚΚ, το οποίο προσπαθεί να συγκεντρώνει το πρωτοπόρο τμήμα της εργατικής τάξης στις γραμμές του και γύρω του, να το προετοιμάζει πολύπλευρα για την αναγκαιότητα ανατροπής του καπιταλισμού και οικοδόμησης της σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής κοινωνίας.

Για να το κάνει αυτό βέβαια, πρέπει να κατακτά μια σειρά χαρακτηριστικά: Να σφυρηλατεί δεσμούς με ευρύτερες εργατικές-λαϊκές δυνάμεις, να μην υποκύπτει σε πιέσεις μικροαστικού χαρακτήρα, αλλά και να μην αποσπάται από τις εργατικές-λαϊκές μάζες. Να έχει γνώση των αντικειμενικών παραγόντων και της περιπλοκότητας διαμόρφωσης της εργατικής συνείδησης στην κάθε περίπτωση. Να έχει συνείδηση των νομοτελειών της σοσιαλιστικής επανάστασης, των διαφορετικών καθηκόντων που απορρέουν γι’ αυτό σε μη επαναστατικές συνθήκες και σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης. Κόμμα το οποίο σε μη επαναστατικές συνθήκες θα ετοιμάζεται ιδεολογικά, πολιτικά, οργανωτικά για να μη χάσει την «πυξίδα» του την κρίσιμη στιγμή, τη στιγμή της εμφάνισης της επαναστατικής κατάστασης.

Το «σύγχρονο κόμμα κομμουνιστικής απελευθέρωσης» που ευαγγελίζεται το ΝΑΡ δεν έχει καμία σχέση με τα παραπάνω χαρακτηριστικά, δεν έχει καμία σχέση με το κόμμα νέου τύπου. Θ’ αποτελεί καρικατούρα κομμουνιστικού κόμματος, ένα συνονθύλευμα οπορτουνιστικών αντιλήψεων με κομμουνιστική αναφορά, χωρίς επαναστατικό πρόγραμμα, χωρίς ιδεολογική-πολιτική ενότητα, χωρίς επαναστατικές αρχές λειτουργίας.

Καθόλου τυχαία δεν είναι επίσης η πλήρης απουσία αναφοράς στην αναγκαιότητα αδιάλλακτης και συνεπούς πάλης απέναντι στον οπορτουνισμό ως απαραίτητη προϋπόθεση για τον επαναστατικό χαρακτήρα του κομμουνιστικού κόμματος. Το ακριβώς αντίθετο, ο οπορτουνισμός –ο οποίος έτσι κι αλλιώς θα κυριαρχεί στο «σύγχρονο κόμμα κομμουνιστικής απελευθέρωσης»– προβάλλεται όχι ως θανάσιμος αντίπαλος, αλλά ως εν δυνάμει σύμμαχος, ως όχημα «πολιτικής συνεργασίας και μετωπικής συμπόρευσης».

Ενδιαφέρον όμως παρουσιάζει η αντιπαράθεση στις γραμμές της ΑΝΤΑΡΣΥΑ γύρω από αυτά τα ζητήματα. Στην προγραμματική διακήρυξη του ΝΑΡ υπογραμμίζεται ότι η πρωτοβουλία για τη συγκρότηση του λεγόμενου κόμματος της κομμουνιστικής απελευθέρωσης δεν υποκαθιστά την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αλλά αντίθετα στοχεύει στην ισχυροποίηση και διεύρυνσή της. Στο ζήτημα πώς θα προκύψει το νέο αυτό κόμμα, διευκρινίζεται πως δεν μπορεί να είναι απλά μετεξέλιξη του ΝΑΡ, αφού: «Έχουμε βαθιά εκτίμηση ότι το ΝΑΡ, όπως είναι σήμερα και με τις αντιφάσεις που συχνά το καθηλώνουν, δεν μπορεί να εκφράσει αυτήν την αναγκαιότητα»23. Επίσης, διευκρινίζεται πως δεν μπορεί να προκύψει ως μετεξέλιξη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ που πήραν μέρος στον προσυνεδριακό διάλογο του ΝΑΡ εξέφρασαν αντιτιθέμενες απόψεις. Ορισμένες θεωρούν την ΑΝΤΑΡΣΥΑ ως το πρόπλασμα δημιουργίας του κομμουνιστικού φορέα, ενώ κάποιες άλλες βλέπουν μ’ επιφυλακτικότητα ένα τέτοιο εγχείρημα, τεκμηριώνοντας ότι δεν είναι ώριμο, άποψη που φαίνεται πως έχει αφετηρία φόβους για ηγεμόνευση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ από το ΝΑΡ.

Να θυμίσουμε πως ο φορέας αυτός προέκυψε από δυνάμεις που αποχώρησαν από το ΚΚΕ, έχοντας αποτελέσει τους βασικούς φορείς ενός από τα δύο «αντίπαλα» και αλληλοτροφοδοτούμενα αντικομματικά κέντρα που δρούσαν μέσα στο ΚΚΕ. Στην ανατροπή του σοσιαλιστικού συστήματος και στην κρίση του κομμουνιστικού κινήματος είδαν την επιβεβαίωση των αντιλήψεών τους για ιστορικό ξεπέρασμα και χρεοκοπία των κομμάτων νέου τύπου. Έκτοτε το ΝΑΡ ακολούθησε βήμα το βήμα μια σταθερή πορεία απομάκρυνσης από το μαρξισμό, επιδιώκοντας να πραγματοποιήσει μια «τομή» με το κομμουνιστικό κίνημα. Αυτό που επιχειρεί να κάνει σε συνθήκες κρίσης είναι η διατήρηση κι ενίσχυση των παραπάνω οπορτουνιστικών χαρακτηριστικών σε συνδυασμό με την επαναφορά στοιχείων της κομμουνιστικής ορολογίας.

Χαρακτηριστική της τελευταίας προσπάθειας είναι η επαναφορά στο 3ο Συνέδριο του επιθέτου «κομμουνιστικό» στον τίτλο του, μέσω της αλλαγής της ονομασίας του από ΝΑΡ σε «ΝΑΡ για την κομμουνιστική απελευθέρωση». Και αυτή η εξέλιξη επιβεβαιώνει την εξής εκτίμηση του ΚΚΕ: «Χαρακτηριστικό του οπορτουνισμού είναι οι “οβιδιακές μεταμορφώσεις” ανάλογα με τις κοινωνικοοικονομικές εξελίξεις και την πορεία της ταξικής πάλης. Έτσι, στα πρώτα χρόνια της αντεπανάστασης διάφορες οπορτουνιστικές δυνάμεις διακήρυτταν την υπέρβαση του “κομμουνιστικού κινήματος” […] Σε συνθήκες καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, ορισμένες οπορτουνιστικές δυνάμεις που έχουν ξεκόψει από το Κομμουνιστικό Κόμμα, αφού ήρθαν σε ρήξη μαζί του σε προηγούμενη περίοδο, ξανα-ανακαλύπτουν την “κομμουνιστική τους ταυτότητα”, τον Λένιν, τους μπολσεβίκους, διακηρύσσουν το στόχο ανατροπής του καπιταλισμού για το σοσιαλισμό κλπ.»24.



Ο ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΟΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ

Ένα άλλο πεδίο αναζητήσεων του ΝΑΡ είναι αυτό του χαρακτήρα της εποχής μας. Το ΝΑΡ έχει προχωρήσει στην εκτίμηση ότι η εποχή μας δεν είναι εποχή του ιμπεριαλισμού, του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Ισχυρίζεται ότι αυτό το στάδιο του καπιταλισμού έχει ξεπεραστεί, ενώ τώρα βρισκόμαστε στο στάδιο του ολοκληρωτικού καπιταλισμού.

Όπως και άλλες αναζητήσεις του ΝΑΡ, έτσι κι αυτή στηρίζεται στα θεμέλια αντίστοιχων επεξεργασιών του διεθνούς οπορτουνισμού. Πιο συγκεκριμένα, οι ρίζες της θεωρίας του ολοκληρωτικού καπιταλισμού ως νέου σταδίου του καπιταλισμού εντοπίζονται στη δεκαετία του 1970 και στο ιδεολογικοπολιτικό ρεύμα της Νέας Αριστεράς, το οποίο αποτελούσε ένα συνονθύλευμα οπορτουνιστικών ρευμάτων, που αναπτύχθηκε κυρίως από διανοουμένους των πιο ανεπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών. Οι αναλύσεις του ρεύματος αυτού, με το οποίο το ΝΑΡ ως Νέο Αριστερό Ρεύμα επιχείρησε να συνδεθεί και μέσω της ονομασίας του, ήρθε σε ανοιχτή σύγκρουση με το μαρξισμό-λενινισμό. Και όταν λέμε μαρξισμό-λενινισμό δεν εννοούμε μόνο τις αναλύσεις των ΚΚ, οι οποίες έτσι κι αλλιώς ήταν πολύ προβληματικές, αλλά τα ίδια τα θεμελιώδη ζητήματα των αναλύσεων των Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν σε όλα τα ζητήματα: Χαρακτήρας εποχής, ταξική διάρθρωση, χαρακτηριστικά επαναστατικού κόμματος κλπ.

Ας επικεντρώσουμε όμως την προσοχή μας στο ζήτημα του ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Με αυτόν τον όρο οι παραπάνω δυνάμεις κωδικοποίησαν τις αλλαγές «σε επίπεδο οικονομίας και κοινωνίας» που συντελέστηκαν μετά από την κρίση στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Στην ουσία η κριτική τους σε αυτήν την περίοδο είχε έντονο «αντινεοφιλελεύθερο» χαρακτήρα, αφού στρεφόταν ενάντια στην αστική διαχείριση που σταδιακά αντικατέστησε την κεϊνσιανή, ιδιαίτερα στην Ευρώπη από τη δεκαετία του 1980. Αυτή η αντινεοφιλελεύθερη επίθεση συνοδευόταν από την καλυμμένη υπεράσπιση της προηγούμενης μορφής διαχείρισης που κυριάρχησε από το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 1970.

Στο πλαίσιο του συγκεκριμένου άρθρου δεν μπορεί να γίνει εξαντλητική παρουσίαση ούτε των θέσεων του ΝΑΡ στο ζήτημα, ούτε της κριτικής του ΚΚΕ σε αυτές τις θέσεις. Γι’ αυτό θα περιοριστούμε στη μεθοδολογική κριτική του «ολοκληρωτικού καπιταλισμού». Με λίγα λόγια, δε θα εστιάσουμε στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που προσδίδει σε αυτό το ΝΑΡ, αλλά στο ερώτημα σε ποιο βαθμό αυτά τα υπαρκτά ή ανύπαρκτα νέα χαρακτηριστικά μπορούν να στοιχειοθετήσουν την εμφάνιση νέου σταδίου του καπιταλισμού.

Ας παρουσιάσουμε τα βασικά χαρακτηριστικά του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, όπως το ίδιο το ΝΑΡ τα ξεχωρίζει στην προγραμματική διακήρυξη που ψήφισε το 3ο Συνέδριό του.25

«Πηγή της κρίσης και των κοινωνικών δεινών είναι ο σύγχρονος ολοκληρωτικός καπιταλισμός! Η νέα αυτή βαθμίδα στην ιστορική πορεία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής εμπεριέχει στοιχεία όλων των προηγούμενων σταδίων του. Κυρίως όμως αναμορφώνει ριζικά τον καπιταλισμό, με σημαίες τον ποιοτικά βαθύτερο χαρακτήρα της εκμετάλλευσης, την ακόρεστη δίψα για κέρδος και την πρωτοφανή αντίδραση και ανελευθερία. […] “Καρδιά” του ολοκληρωτικού καπιταλισμού είναι η ποιοτικά ανώτερη εκμετάλλευση των εργαζομένων, με αρκετούς παλιούς και πολλούς νέους τρόπους, οι οποίοι συνδυάζουν οργανικά την απόσπαση σχετικής και απόλυτης υπεραξίας, σπρώχνουν εκατομμύρια ανθρώπους κάτω από το φυσικό όριο επιβίωσης, σε καθεστώς εξαθλίωσης και απογειώνουν την ανεργία, την ανασφάλεια και την εργασία-λάστιχο. Ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός υποδουλώνει με πρωτόγνωρο τρόπο όλο το είναι των εργαζομένων […] μετατρέπει σε ιδιωτική ιδιοκτησία ό,τι μπορεί ν’ αξιοποιηθεί για παραγωγή κέρδους […] καθολικοποιεί την αγορά, απελευθερώνει τις αγορές εργατικής δύναμης και υπηρεσιών· εμπορευματοποιεί πλήρως τους φυσικούς πόρους, τους ατμοσφαιρικούς ρύπους, τα απορρίμματα, την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, δομές και σχέσεις της οικογένειας ή της κοινότητας, την επικοινωνία, την ασφάλεια (μισθοφορικοί στρατοί, υπηρεσίες security), τα προσωπικά δεδομένα. Ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός απειλεί τους όρους ύπαρξης της ανθρωπότητας. Λεηλατεί τη φύση όσο δεν το έκανε ποτέ άλλοτε ο άνθρωπος στη Γη […] καταφεύγει συχνά στον πόλεμο…»26.

Ποιο είναι, αλήθεια, το κριτήριο της περιοδολόγησης του καπιταλισμού με βάση το οποίο τα παραπάνω χαρακτηριστικά αποτελούν για το ΝΑΡ νέο στάδιο του καπιταλισμού; Τη συγκεκριμένη απάντηση στο παραπάνω ερώτημα θα την βρούμε σε μια παλιότερη αναλυτική παρουσίαση των θέσεων του ΝΑΡ για τον ολοκληρωτικό καπιταλισμό. Εκεί αναφέρεται: «Πέρα από τους επαναστατικούς μετασχηματισμούς που ανατρέπουν τον υπάρχοντα τρόπο παραγωγής και οδηγούν σ’ έναν άλλο, μπορούμε να διακρίνουμε και μετασχηματισμούς που μεταλλάσσουν σημαντικές πλευρές του υπάρχοντος συστήματος και των κοινωνικών του σχέσεων, συμβάλλοντας στην αναπαραγωγή του με νέους όρους και μορφές. Οι μετασχηματισμοί αυτοί δεν ανατρέπουν ριζικά τις θεμελιακές δομές και σχέσεις του συστήματος, ωστόσο τις αναπτύσσουν και, από μια άποψη, τροποποιούν ποιοτικά τις μορφές και τον τρόπο λειτουργίας τους. Πρόκειται δηλαδή για τομές μέσα στη συνέχεια οι οποίες ορίζουν διακριτές ιστορικές περιόδους-στάδια του κεφαλαιοκρατικού συστήματος»27.

Αλήθεια, όμως, μπορεί κάθε «αναπαραγωγή του συστήματος με νέους όρους και μορφές» ν’ αποτελέσει βάση εμφάνισης κάποιου νέου σταδίου του καπιταλισμού; Αν ίσχυε αυτή η διαπίστωση, τότε κάθε λίγες δεκαετίες θα έπρεπε ν’ ανακαλύπτουμε κι ένα νέο στάδιο του καπιταλισμού, αφού, όπως σημείωναν οι Μαρξ και Ένγκελς στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο ήδη από το 1848: «Η αστική τάξη δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς να επαναστατικοποιεί αδιάκοπα τα εργαλεία παραγωγής, δηλαδή τις σχέσεις παραγωγής, δηλαδή όλες τις κοινωνικές σχέσεις. Αντίθετα, η αμετάβλητη διατήρηση του παλιού τρόπου παραγωγής αποτελούσε τον πρώτο όρο ύπαρξης όλων των προηγούμενων βιομηχανικών τάξεων. Η συνεχής ανατροπή της παραγωγής, ο αδιάκοπος κλονισμός όλων των κοινωνικών καταστάσεων, η αιώνια αβεβαιότητα και κίνηση διακρίνουν την αστική εποχή απ’ όλες τις προηγούμενες. Διαλύονται όλες οι στέρεες, σκουριασμένες σχέσεις με την ακολουθία τους από παλιές σεβάσμιες παραστάσεις και αντιλήψεις, κι όλες οι καινούργιες που διαμορφώνονται παλιώνουν πριν προλάβουν να αποστεωθούν. Καθετί το κλειστό και στάσιμο εξατμίζεται, καθετί το ιερό βεβηλώνεται και στο τέλος οι άνθρωποι αναγκάζονται ν’ αντικρίσουν με νηφάλιο μάτι τη θέση τους στη ζωή και τις αμοιβαίες σχέσεις τους»28.

Η κριτική μας λοιπόν στην οπορτουνιστική θεωρία του ολοκληρωτικού καπιταλισμού δεν έγκειται στο αν εμφανίζονται νέα στοιχεία σε όλο το εύρος του καπιταλιστικού κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού, αλλά στο ποια από αυτά τα νέα στοιχεία μπορούν να στοιχειοθετήσουν την εμφάνιση νέου σταδίου του καπιταλισμού.

Στην ιστορία του καπιταλισμού άλλαξαν πολλές φορές οι όροι με τους οποίους γινόταν «η αναπαραγωγή του συστήματος». Ο Μαρξ, για παράδειγμα, αναλύει στο Κεφάλαιο τα διαφορετικά χαρακτηριστικά που κυριαρχούσαν στον καπιταλισμό την περίοδο της απλής κεφαλαιοκρατικής συνεργασίας, της μανιφακτούρας και της μεγάλης βιομηχανίας.

Κριτήριο λοιπόν για την εμφάνιση νέου σταδίου του καπιταλισμού δεν μπορεί να είναι τέτοιες αλλαγές στους «όρους και τις μορφές της αναπαραγωγής του συστήματος», αλλά οι θεμελιώδεις εκείνες προσαρμογές του κεφαλαίου στην κίνησή του, οι οποίες αναδεικνύουν τη γενικευμένη ωρίμανση των υλικών προϋποθέσεων για το πέρασμα στην ανώτερη κοινωνία, στο σοσιαλισμό-κομμουνισμό. Πρόκειται για προσαρμογές οι οποίες προκύπτουν από τους ίδιους τους εσωτερικούς νόμους κίνησης του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, από την τάση συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, οι οποίες οδηγούν στην κυριαρχία της μεγάλης μετοχικής εταιρίας, του μονοπωλίου, στην οικονομική ζωή των καπιταλιστικών κρατών. Η κυριαρχία του μονοπωλίου αναδεικνύει και το γεγονός ότι ο καπιταλισμός έχει χάσει τη «νεανική» του ορμή. Γι’ αυτό το λόγο ο Λένιν τόνιζε τον παρασιτικό χαρακτήρα του ιμπεριαλισμού, το φρενάρισμα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, όχι σε απόλυτους αλλά σε σχετικούς όρους, δηλαδή με βάση τις δυνατότητες που προσφέρει το σημερινό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων.

Ας δούμε όμως πιο συγκεκριμένα πώς εστίασαν σε αυτά τα σημεία-καμπές οι Μαρξ και Λένιν. Καταρχάς ο Μαρξ, ο οποίος έζησε την πρώτη περίοδο ανάπτυξης των σύγχρονων μετοχικών εταιριών (ο Ένγκελς χαρακτήριζε αυτήν την περίοδο ως τον πρώτο βαθμό της μετοχικής εταιρίας), καθόρισε ακριβώς αυτήν την εμφάνιση της μετοχικής εταιρίας ως το σημείο εκείνο προσαρμογής του καπιταλισμού στο νέο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Γράφει χαρακτηριστικά για τη μετοχική εταιρία: «Είναι η κατάργηση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής μέσα στο πλαίσιο του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, και γι’ αυτό είναι μια αυτοαναιρούμενη αντίφαση, που πριν απ’ όλα παρουσιάζεται σαν απλό μεταβατικό σημείο προς μια νέα μορφή παραγωγής»29.

Ο Μαρξ αναδεικνύει τα νέα στοιχεία που φέρνει μαζί της η αντικατάσταση του ατομικού ιδιοκτήτη από ομάδα ατομικών ιδιοκτητών, του ατομικού κεφαλαίου από το συνεταιριστικό (στο οποίο ο συνεταιρισμένος ιδιοκτήτης δεν έχει αποκοπεί ούτε από τα μέσα παραγωγής, ούτε από τη λειτουργία της παραγωγής) και στη συνέχεια από το μετοχικό κεφάλαιο (όπου ο μέτοχος είναι αποσπασμένος από την παραγωγή).

Ο Λένιν, ο οποίος έζησε τέσσερις δεκαετίες παραπάνω και πρόλαβε να δει την πλήρη ανάπτυξη της παραπάνω τάσης, ξεχώρισε ρητά την κυριαρχία της μεγάλης μετοχικής εταιρίας, του μονοπωλίου, ως το βασικό χαρακτηριστικό του νέου σταδίου του καπιταλισμού. «Απ’ όλα όσα είπαμε πιο πάνω για την οικονομική ουσία του ιμπεριαλισμού, βγαίνει ότι πρέπει να τον χαρακτηρίσουμε ως μεταβατικό ή, πιο σωστά, ως καπιταλισμό που πεθαίνει»30. «Ο καπιταλισμός στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο οδηγεί άμεσα στην πιο ολόπλευρη κοινωνικοποίηση της παραγωγής, τραβάει, μπορούμε να πούμε, τους καπιταλιστές, παρά τη θέληση και τη συνείδησή τους, σε κάποια νέα κοινωνική κατάσταση πραγμάτων, που είναι μεταβατική από την πλήρη ελευθερία του συναγωνισμού προς την πλήρη κοινωνικοποίηση»31.

Η αντίληψη περί του νέου σταδίου του ολοκληρωτικού καπιταλισμού και η απόρριψη της ουσίας του ιμπεριαλισμού ως μονοπωλιακού καπιταλισμού αντανακλάται και στις θέσεις του ΝΑΡ γι’ αυτό που χαρακτηρίζουν ως «δημοκρατικό κι εθνικό πρόβλημα». Ας δούμε πρώτα τη σχετική αναφορά στην απόφαση του πρόσφατου συνεδρίου του: «Το δημοκρατικό κι εθνικό πρόβλημα επανέρχονται με νέο τρόπο και μεγάλη οξύτητα, όχι με τους όρους του ιμπεριαλιστικού σταδίου του καπιταλισμού, αλλά από το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, με βαθιά ταξικό περιεχόμενο, άρρηκτα δεμένα με το κοινωνικό ζήτημα, την καπιταλιστική κρίση και την αστική επίθεση για το ξεπέρασμά της»32.

Καταρχάς η παραπάνω διατύπωση υπονοεί ότι κατά την αντίληψη του ΝΑΡ το «δημοκρατικό κι εθνικό πρόβλημα», όπως τίθονταν πριν το ...υποτιθέμενο στάδιο του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, δεν είχαν «βαθιά ταξικό περιεχόμενο», δεν ήταν «άρρηκτα δεμένα με το κοινωνικό ζήτημα» κλπ.

Κατά δεύτερον, η φρασεολογία και οι όποιες αναφορές περί ταξικού περιεχομένου σήμερα είναι κενές περιεχομένου, αφού τα αντιλαϊκά μέτρα των κυβέρνησης - ΕΕ - ΔΝΤ προβάλλονται σταθερά από κεντρικά στελέχη του ΝΑΡ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ως ζήτημα «υποτέλειας» κι ενδοτισμού, ως συνέπειες της «νέας κατοχής» της χώρας, τα δεσμά της οποίας πρέπει να σπάσει ο λαός.

Η επιχειρηματολογία αυτή, η οποία προβάλλεται σχεδόν πανομοιότυπα από ένα πλέγμα οπορτουνιστικών, αστικών κι εθνικιστικών δυνάμεων, αξιοποιείται από τμήματα της αστικής τάξης τα οποία θέλουν να κρατήσουν ανοιχτό το ενδεχόμενο μελλοντικής αναπροσαρμογής των διεθνών συμμαχιών της Ελλάδας.

Για την εργατική τάξη το ζητούμενο δεν είναι η πάλη για τη λεγόμενη «αποκατάσταση της εθνικής κυριαρχίας» που στο έδαφος του καπιταλισμού μεταφράζεται σε πάλη για αναβάθμιση της εγχώριας αστικής τάξης στο πλαίσιο του ιμπεριαλιστικού συστήματος, αλλά η ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου, η αποδέσμευση της Ελλάδας και των άλλων κρατών από τον καπιταλισμό και απ’ όλες τις μορφές διακρατικής ιμπεριαλιστικής συνεργασίας και συμμαχίας.



Η ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΟΥ ΝΑΡ ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ-ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟ

Οι αναζητήσεις του ΝΑΡ συνεχίζονται και στο ζήτημα του σοσιαλισμού. Φυσικά κι εδώ το πρόβλημα δεν είναι η άσκηση κριτικής στην πρώτη προσπάθεια οικοδόμησης του σοσιαλισμού που γνώρισε η ανθρωπότητα κατά τον 20ό αιώνα αλλά ακριβώς το γεγονός ότι αυτή η κριτική γίνεται με αστικά και μικροαστικά κριτήρια.

Επειδή δεν μπορούμε να παρουσιάσουμε όλες τις πλευρές του ζητήματος, θα εστιάσουμε στους βασικούς άξονες της αντίληψης του ΝΑΡ για το σοσιαλισμό και πιο συγκεκριμένα για την οικονομία του, τα όργανα εξουσίας του, το ρόλο του Κομμουνιστικού Κόμματος κατά τη σοσιαλιστική οικοδόμηση:

α) Ας ξεκινήσουμε από το θεμελιώδες ζήτημα της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Η προγραμματική διακήρυξη του ΝΑΡ αναφέρει: «Η αντικαπιταλιστική επανάσταση εισάγει σε μια κοινωνία μετάβασης, σε μια περίοδο ριζικών μετασχηματισμών που ολοκληρώνονται στον κομμουνισμό. Οι μετασχηματισμοί αυτοί: Κατοχυρώνουν την κοινοκτημοσύνη, τη συλλογική ιδιοκτησία των ελεύθερα συνεταιρισμένων παραγωγών στις παραγωγικές μονάδες, στους φυσικούς και πλουτοπαραγωγικούς πόρους, στη γη, στις καινοτόμες ανακαλύψεις, στα “κοινά αγαθά” (νερό, ενέργεια, διαδίκτυο, λογισμικό, πληροφόρηση, επικοινωνίες, μεταφορές, λιμάνια, δρόμοι, αεροδρόμια, παιδεία, υγεία κλπ.). Οι μορφές που θα πάρει η συλλογική ιδιοκτησία ποικίλλουν: Πανεθνική-παγκοινωνική, συνεταιριστική κ.ά. Ωστόσο ο κορμός των παραγωγικών μέσων θα βρίσκεται υπό παγκοινωνική ιδιοκτησία και η λειτουργία των άλλων μορφών θα διέπεται από κανόνες αμοιβαία επωφελούς συνεργασίας και παγκοινωνικού σχεδίου, από την κυριαρχία της αξίας χρήσης και όχι της ανταλλακτικής αξίας».

Όπως παρατηρούμε, το ΝΑΡ επιλέγει το επίθετο «συλλογική» έναντι του «κοινωνική» για να προσδιορίσει την ιδιοκτησία στη νέα κοινωνία. Στην ατομική ιδιοκτησία αντιπαραθέτει τη συλλογική ιδιοκτησία, μορφές της οποίας αποτελούν «η πανεθνική-παγκοινωνική, η συνεταιριστική ιδιοκτησία κ.ά.». Το επίθετο «συλλογική» χρησιμοποιείται ως όρος-«καπέλο» κάτω από τον οποίο χωράνε χωρίς καμία περαιτέρω διάκριση τόσο η κοινωνική όσο και η συνεταιριστική ιδιοκτησία. Μέσω της αναγωγής και των δύο σε «συλλογική ιδιοκτησία» επιλέγεται συνειδητά η υποτίμηση της σημαντικής μεταξύ τους διαφοράς.

Ενώ το προϊόν της κοινωνικής ιδιοκτησίας αποτελεί ιδιοκτησία ολόκληρης της κοινωνίας, το προϊόν της συνεταιριστικής ιδιοκτησίας αποτελεί ιδιοκτησία ενός τμήματος, ενός υποσυνόλου της κοινωνίας. Ο συνεταιρισμός στο σοσιαλισμό αποτελεί μεταβατική μορφή ιδιοκτησίας, ανάμεσα στην ατομική και την κοινωνική, και όχι ανώριμη μορφή κομμουνιστικών σχέσεων. Στόχος της επαναστατικής εργατικής εξουσίας πρέπει να είναι η πάλη για την αντικατάσταση των συνεταιριστικών σχέσεων από τις σχέσεις κοινωνικής ιδιοκτησίας, το πέρασμα δηλαδή από τη συνεταιριστική στην άμεσα κοινωνική παραγωγή. Είναι προφανές ότι αυτή η πάλη δε γίνεται αυθόρμητα από τους «ελεύθερα συνεταιρισμένους παραγωγούς», αλλά με την αξιοποίηση των κατάλληλων μέσων και την αντίστοιχη πολιτική κατεύθυνση από το εργατικό κράτος.

Το ΝΑΡ δεν καθορίζει επίσης πού θα υπάρχει η κοινωνική και πού η συνεταιριστική ιδιοκτησία. Προφανώς πρόκειται για ένα ζήτημα δευτερευούσης σημασίας για το ΝΑΡ, αφού και οι δύο είναι μορφές της… συλλογικής ιδιοκτησίας. Αντίθετα, το ΚΚΕ έχει ξεκαθαρίσει ότι, όταν μιλάμε για συνεταιρισμό, εννοούμε την αγροτική συνεταιριστική παραγωγή που αποτελεί ομαδική ιδιοκτησία όχι στη γη, η οποία θα είναι κοινωνικοποιημένη, αλλά στο προϊόν της παραγωγής. Ως ομαδική, λοιπόν –και όχι άμεσα κοινωνική– παραγωγή μόνο κατά μέρος μπορεί να ενταχτεί στον Κεντρικό Σχεδιασμό. Ο Κεντρικός Σχεδιασμός μπορεί να καθορίσει το μέρος της παραγωγής και την κρατική τιμή με την οποία γίνεται η συγκέντρωση του προϊόντος από το κράτος, μπορεί να καθορίσει τις τιμές με τις οποίες πωλείται το προϊόν στις κρατικά οργανωμένες λαϊκές αγορές, αλλά δεν μπορεί να καθορίσει μια σειρά άλλα ζητήματα τα οποία είναι στην ευχέρεια του συνεταιρισμού ως μορφής ομαδικής ιδιοκτησίας στην οποία τα μέλη της μοιράζονται το εισόδημά της.

Από τα παραπάνω απορρέει ότι τόσο η ύπαρξη της συνεταιριστικής ιδιοκτησίας όπως και η ύπαρξη περιορισμένης ατομικής ιδιοκτησίας στα πρώτα βήματα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης αποτελούν αντικειμενικά τη βάση για την ύπαρξη εμπορευματοχρηματικών σχέσεων. Κατ’ επέκταση η λειτουργία τους δε διέπεται από την… αξία χρήσης όπως ισχυρίζεται το ΝΑΡ. Ας δούμε τη θέση του ΚΚΕ γύρω από τα παραπάνω ζητήματα: «Ωστόσο, στο σοσιαλισμό, ανώριμο κομμουνισμό, εκτός από την κυρίαρχη σοσιαλιστική παραγωγή υπάρχει ακόμα ατομική ή ομαδική “συνεταιριστική” εμπορευματική παραγωγή στη βάση ατομικής ή αντίστοιχα ομαδικής (συνεταιριστικής) ιδιοκτησίας περιορισμένων μέσων παραγωγής. Στο βαθμό δηλαδή που δεν έχουν κοινωνικοποιηθεί όλα τα μέσα παραγωγής, παραμένουν μορφές ατομικής και ομαδικής ιδιοκτησίας (π.χ., στην ΕΣΣΔ ατομικά αγροκτήματα και συνεταιρισμοί), εξαιτίας της ανεπαρκούς ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Τα προϊόντα τους ανταλλάσσονται ως εμπορεύματα με τα προϊόντα της άμεσα κοινωνικής παραγωγής, υπόκεινται στο νόμο της αξίας, που όμως η λειτουργία του περιορίζεται από τη λειτουργία του Κεντρικού Σχεδιασμού: Καθορισμός των πλάνων παραγωγής, των τιμών για τα συνεταιριστικά προϊόντα, αξιοποίηση άλλων οικονομικών μοχλών (π.χ., φόρους). Αν και η ατομική και συνεταιριστική παραγωγή είναι υποταγμένες στην κοινωνική ιδιοκτησία και στον κεντρικό σχεδιασμό, συνιστούν αντίφαση που πρέπει να ξεπεραστεί με τη μετατροπή όλης της παραγωγής σε άμεσα κοινωνική παραγωγή. Δηλαδή στην πορεία ανάπτυξης του σοσιαλισμού κάθε μορφή ατομικής και ομαδικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής πρέπει να μετατραπεί σε κοινωνική ιδιοκτησία»33.

Αλήθεια όμως, τι εννοεί το ΝΑΡ όταν λέει «παγκοινωνικό σχέδιο» και «πανκοινωνικός πανεθνικός σχεδιασμός»; Καταρχάς δεν μπορεί να εννοεί την κομμουνιστική σχέση στη βάση της κοινωνικοποιημένης, άμεσα κοινωνικής παραγωγής, αφού την κοινωνική ιδιοκτησία (ή ό,τι εννοεί με τον όρο «πανεθνική-παγκοινωνική ιδιοκτησία») την αναγνωρίζει μόνο ως μία από τις πολλές μορφές της συλλογικής ιδιοκτησίας. Αλλά για να δούμε, πώς αποφασίζεται η ένταξη ή μη στον «πανεθνικό σχεδιασμό»; «Τα όργανα εργατικής πολιτικής έχουν πλήρες δικαίωμα ν’ αποφασίζουν την ελεύθερη, εθελοντική, μέχρι αποχωρισμού, συνένωση των άμεσων παραγωγών, στο πλαίσιο ενός παγκοινωνικού πανεθνικού σχεδιασμού, στον οποίο οι παραγωγοί έχουν άμεσο και καθοριστικό ρόλο»34.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι με τη φράση «όργανα εργατικής πολιτικής» το κείμενο εννοεί με σαφήνεια τα όργανα ανά χώρο εργασίας και όχι το αντιπροσωπευτικό σώμα σε πανεθνικό-κεντρικό επίπεδο, στο οποίο είναι αφιερωμένη η επόμενη παράγραφος. Με βάση την επεξήγηση αυτή, καταλαβαίνουμε ότι οι εργαζόμενοι κάθε παραγωγικής μονάδας θα έχουν το δικαίωμα ν’ αποφασίζουν μέχρι και την έξοδό τους από τον «παγκοινωνικό πανεθνικό σχεδιασμό». Πέρα από το άτοπο της χρήσης των επιθέτων «παγκοινωνικό» και «πανεθνικό» για ένα σχεδιασμό στον οποίο όποιος θέλει μπαίνει και όποιος θέλει βγαίνει, προκύπτουν κάποια πιο ουσιαστικά ερωτήματα: Η ελευθερία των εργαζομένων στο σοσιαλισμό κατανοείται από το ΝΑΡ ως ελευθερία ομαδικής ιδιοκτησίας, ως ελευθερία απόσπασης των συμφερόντων ενός τμήματος της κοινωνίας από το σύνολό της; Η κοινωνική ιδιοκτησία κατανοείται από το ΝΑΡ ως άμεση ιδιοκτησία της κάθε ομάδας εργαζομένων στο δικό τους εργοστάσιο;

Αντίθετα από τις μικροαστικές αντιλήψεις του ΝΑΡ, «ο Κεντρικός Σχεδιασμός αποτελεί νομοτέλεια της κομμουνιστικής παραγωγής, κοινωνική σχέση που καθορίζεται από την κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Εκφράζει τον τρόπο συνένωσης των άμεσων παραγωγών με τα μέσα παραγωγής, τον έλεγχο των άμεσων παραγωγών στο τι και πόσο θα παραχθεί και το πώς θα κατανεμηθεί στους διάφορους κλάδους της παραγωγής, πόσο από το παραγόμενο προϊόν προορίζεται για τη διευρυμένη αναπαραγωγή, για την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών μέσω των κοινωνικών υπηρεσιών και για την άμεση κατανομή στους εργαζομένους, ώστε να πραγματοποιείται η σχεδιασμένη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Το εκάστοτε σχέδιο του Κεντρικού Σχεδιασμού, θέτοντας τους στόχους της παραγωγής, κατανέμει υλικά μέσα κι εργατική δύναμη, συσχετίζει τους κλάδους της παραγωγής και καθορίζει τις αναλογίες μεταξύ τους, προγραμματίζει την παραγωγή μέσων παραγωγής και την εκπαίδευση κι εξειδίκευση της εργατικής δύναμης, τις ανάγκες αναπαραγωγής της, προσεγγίζει περισσότερο ή λιγότερο την αναγκαιότητα της διευρυμένης αναλογικής παραγωγής»35.

β) Οι μικροαστικές αντιλήψεις του ΝΑΡ για την οικονομία της νέας κοινωνίας βρίσκονται σε πλήρη αντιστοιχία με τις αντίστοιχες αντιλήψεις για το εποικοδόμημά της. Και αν στην οικονομία οι αντιλήψεις αυτές προσπαθούν να καλυφθούν με αντιφατικές μεταξύ τους διατυπώσεις, στη σφαίρα του εποικοδομήματος δε διατηρείται κανένα αντίστοιχο πρόσχημα. Εδώ τα πάντα προσεγγίζονται με καθαρά αστικό κριτήριο, τα πάντα μπαίνουν στο ζύγι της αστικής έννοιας της ελευθερίας και της δημοκρατίας, των οποίων το ταξικό περιεχόμενο αποκρύπτεται πλήρως.

Σημειώνει η προγραμματική διακήρυξη: «Η εργατική εξουσία […] κατοχυρώνει την πλήρη και ανεμπόδιστη ελευθερία του λόγου, της άποψης, της θρησκευτικής πεποίθησης, της πληροφόρησης, της κομματικής δράσης […] Κάθε μέλος της εργατικής κοινότητας έχει το δικαίωμα της κριτικής και της πολεμικής απέναντι στην εργατική εξουσία, απέναντι στα άμεσα και τα αντιπροσωπευτικά όργανά της, ιδιαίτερα αν βρίσκεται στη μειοψηφία, ακόμα και αν είναι ενάντια στην επανάσταση, με την προϋπόθεση ότι δεν εκπροσωπεί ένοπλη απειλή απέναντί της […] η ελεύθερη και ανεμπόδιστη συνδικαλιστική δραστηριότητα, η ελεύθερη και χωρίς προσκόμματα λειτουργία-δράση πολιτικών κομμάτων, η συμμετοχή στα αντιπροσωπευτικά όργανα, η ελεύθερη διακίνηση ιδεών και πληροφοριών, η ανεξιθρησκία θεωρούνται αξίες απαράβατες…»36.

Η παραπάνω άποψη δεν έχει καμία σχέση με τη δικτατορία του προλεταριάτου, γι’ αυτό άλλωστε και δε χαρακτηρίζεται ανοιχτά ως τέτοια. Το «εργατικό κράτος» που οραματίζεται το ΝΑΡ δεν έχει ανάγκη από καμία συγκεντρωτική εξουσία. Αυτό που χαρακτηρίζεται ως «αντιπροσωπευτικό σώμα σε πανεθνικό-κεντρικό επίπεδο» θ’ αποτελεί απλώς το όργανο «έκφρασης της λαϊκής βούλησης πάνω στα γενικά πολιτικά ζητήματα κι επιλογές». Ενδεικτικό είναι ότι αυτό το σώμα θα εκλέγεται με «την αρχή της καθολικής ψηφοφορίας σε εθνικό επίπεδο», με την ύπαρξη πολλών (και αντεπαναστατικών… αν είναι άοπλα) κομμάτων, με διαδικασίες δηλαδή παρόμοιες με αυτές του αστικού κοινοβουλευτισμού. Τα θεμέλια αυτού του σώματος δε θα βρίσκονται στην παραγωγική μονάδα, την κοινωνική υπηρεσία, τη διοικητική μονάδα, τον παραγωγικό συνεταιρισμό. Το ΝΑΡ διατυπώνει τέτοιες θέσεις ακριβώς γιατί αντιλαμβάνεται τη λειτουργία της εργατικής εξουσίας ως συνένωσης σχεδόν αυτόνομων «εργατικών κοινοτήτων».

Ο μικροαστισμός της αντίληψης του ΝΑΡ οδηγεί ακόμα και στην αναγνώριση της ελευθερίας δράσης ενάντια στην επανάσταση, αρκεί αυτή να μην παίρνει μορφή ένοπλης δράσης. Η οργάνωση αντεπαναστατικής δράσης από τα υπολείμματα της παλιάς κοινωνίας που παλεύουν λυσσασμένα για την ανατροπή του σοσιαλισμού αναβαθμίζεται ως η ουσία της εργατικής δημοκρατίας.

Για την ακόμα πιο έντονη ανάδειξη της αταξικής προσέγγισης του εργατικού κράτους από το ΝΑΡ, παραθέτουμε προς σύγκριση τις αντίστοιχες θέσεις του ΚΚΕ: «Το τσάκισμα του αστικού κράτους δεν πραγματοποιείται με συγκερασμό κάποιων “θετικών” της αστικής δημοκρατίας με εκείνα της νέας εξουσίας. Η νέα εξουσία θέτει σε τελείως διαφορετική βάση τα δικαιώματα και τις ελευθερίες. Διαμορφώνει τις δικές της δομές και λειτουργίες, συντρίβοντας με την επαναστατική της ορμή τις δομές και τις λειτουργίες της αστικής εξουσίας. Με αυτήν την έννοια, δεν μπορούμε να βλέπουμε ποσοτικά τη διεύρυνση των λαϊκών δικαιωμάτων κι ελευθεριών με βάση τα αστικά δικαιώματα. Τα προσδιορίζουμε ταξικά. Ανάλογα με την έκβαση της πάλης με την αστική τάξη, μπορεί να υπάρξει και περίοδος περιορισμού των δικαιωμάτων της. Αυτό δεν είναι ανάλογο με τον περιορισμό της δράσης Κομμουνιστικών Κομμάτων στον καπιταλισμό, αλλά ανάλογο με τον περιορισμό της πολιτικής έκφρασης των φεουδαρχών στην περίοδο της επαναστατικής ορμής της αστικής τάξης.[…] Η δικτατορία του προλεταριάτου θ’ αξιοποιήσει όλες τις μορφές κυριαρχίας, και τον καταναγκασμό, και την πειθώ, και το συμβιβασμό με σύμμαχες δυνάμεις και τη διαπάλη ανάλογα με τις φάσεις και τις καμπές στην πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Η εξουσία δεν πραγματοποιείται μόνο με ιδεολογική δουλειά, αλλά και με επιβολή. Το νέο χαρακτηριστικό στη δικτατορία του προλεταριάτου, στην άσκηση της εργατικής εξουσίας, είναι ότι στηρίζεται στην κινητοποίηση των εργατικών μαζών μέσα στα όργανα εξουσίας και τις μαζικές οργανώσεις»37.

γ) Η υποτίμηση των αντιφάσεων που προκύπτουν κατά τη διαδικασία οικοδόμησης της σοσιαλιστικής κοινωνίας αλλά και της ενεργητικής δράσης του εργατικού κράτους για την επίλυσή τους «προς τα μπρος» αντανακλάται στην υποτίμηση του ρόλου του ΚΚ κατά τη σοσιαλιστική οικοδόμηση.

Ολόκληρη η ανάλυση του ΝΑΡ υπονοεί ότι η κατάκτηση της εργατικής εξουσίας βρίσκει έτοιμο το «νέο άνθρωπο». Υποτιμάται ότι: «Η ταξική συνείδηση στο σύνολο της εργατικής τάξης δε διαμορφώνεται αυθόρμητα κι ενιαία. Η άνοδος της κομμουνιστικής συνείδησης των μαζών της εργατικής τάξης καθορίζεται πρώτ’ απ’ όλα από την ενίσχυση των κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής και από το επίπεδο της εργατικής συμμετοχής, με την καθοδήγηση του ΚΚ που είναι ο κύριος φορέας διείσδυσης της επαναστατικής συνείδησης στις μάζες. Σε αυτήν την υλική βάση πρέπει να θεμελιώνεται και η ιδεολογική δουλειά, η επίδραση του επαναστατικού κόμματος που επιβεβαιώνει τον καθοδηγητικό του ρόλο στο βαθμό που κινητοποιεί την εργατική τάξη για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση. Η συνείδηση της πρωτοπορίας οφείλει να βρίσκεται πάντα πιο μπροστά από τη συνείδηση που διαμορφώνουν μαζικά στην εργατική τάξη οι οικονομικές σχέσεις. Από εδώ προκύπτει και η αναγκαιότητα το ίδιο το Κόμμα να έχει υψηλή θεωρητική, ιδεολογική στάθμη και ατσάλωμα, να είναι αταλάντευτο στην πάλη κατά του οπορτουνισμού, τόσο σε συνθήκες καπιταλισμού, πολύ περισσότερο σε συνθήκες σοσιαλιστικής οικοδόμησης»38.

Να τι έγραφε ο Λένιν σχετικά με τη σχέση ΚΚ - τάξης στο σοσιαλισμό: «Δεν μπορείς όμως να πραγματοποιήσεις τη δικτατορία του προλεταριάτου μέσω της καθολικής οργάνωσής του. Γιατί όχι μόνο σε μας, μία από τις πιο καθυστερημένες καπιταλιστικές χώρες, αλλά και σε όλες τις άλλες καπιταλιστικές χώρες το προλεταριάτο εξακολουθεί ακόμη να είναι τόσο διαιρημένο, τόσο ταπεινωμένο, τόσο εξαγορασμένο σε μερικά μέρη (συγκεκριμένα: από τον ιμπεριαλισμό σε ορισμένες χώρες), που η καθολική οργάνωση του προλεταριάτου δεν μπορεί να πραγματοποιήσει άμεσα τη δικτατορία του. Τη δικτατορία μπορεί να την πραγματοποιήσει μόνο η πρωτοπορία που αφομοίωσε την επαναστατική δραστηριότητα της τάξης»39.

Η επιστημονική αυτή προσέγγιση δεν αντιμετωπίζει την εργατική τάξη ως αντικείμενο, όπως την θεωρεί το ΝΑΡ. Την αντιμετωπίζει ως το επαναστατικό υποκείμενο που με την καθοδήγηση του Κόμματός της μπορεί να φέρει σε πέρας την ιστορική της αποστολή, δηλαδή την πλήρη και χωρίς επιστροφή κυριαρχία των κομμουνιστικών σχέσεων, που θα σημάνει την εξάλειψη των τάξεων και την απονέκρωση του κράτους, το πέρασμα από το βασίλειο της αναγκαιότητας στο βασίλειο της ελευθερίας, όπως έλεγε ο Ένγκελς.

Η εργατική τάξη συγκροτείται ως ηγετική δύναμη της νέας εξουσίας, πάνω απ’ όλα με το Κόμμα της. Η άρνηση του καθοδηγητικού –και όχι απλά διαφωτιστικού– ρόλου του Κομμουνιστικού Κόμματος στην πάλη για τη θεμελίωση και ανάπτυξη της σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής κοινωνίας στη βάση των νόμων κίνησής της ισοδυναμεί με άρνηση της δυνατότητας οικοδόμησής της, με άρνηση της «ασυνέχειας» που συντελείται με την επαναστατική κατάκτηση της εξουσίας και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού.

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι οι θέσεις του ΝΑΡ για την κοινωνία του σοσιαλισμού-κομμουνισμού προκύπτουν στη μεθοδολογική βάση της αξιοποίησης μεγάλου μέρους του αστικού ιδεολογικού οπλοστασίου και γι’ αυτό καταλήγουν ουσιαστικά στην άρνηση του νέου, ποιοτικά διαφορετικού χαρακτήρα της νέας οικονομίας κι εξουσίας.



ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ

Ο οπορτουνισμός είναι αποτέλεσμα της επίδρασης και διείσδυσης της αστικής και μικροαστικής ιδεολογίας στο επαναστατικό εργατικό κίνημα. Βασικά του γνωρίσματα είναι η απόρριψη θεμελιωδών αρχών του μαρξισμού-λενινισμού, η άρνηση των νομοτελειών της ταξικής πάλης, η άρνηση του καθοδηγητικού ρόλου και των αρχών λειτουργίας του ΚΚ, η υιοθέτηση πλευρών της αστικής και μικροαστικής ιδεολογίας για την ερμηνεία της πραγματικότητας. Αντικειμενικά, «η οπορτουνιστική πολιτική γραμμή βάζει εμπόδια στον απεγκλωβισμό δυνάμεων της εργατικής τάξης, αλλά και των συμμάχων της, από τη στήριξη της αστικής πολιτικής»40.

Το ΚΚΕ έχει επίγνωση τόσο της κοινωνικής βάσης του οπορτουνισμού όσο και της νομοτελειακής εμφάνισής του. Έχει αντλήσει συμπεράσματα από τη μελέτη της ιστορίας του διεθνούς και του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος. Αυτά τα συμπεράσματα επιβεβαιώνουν την ανάγκη συνεχούς και αδιάλλακτης πάλης απέναντί του, ως απαραίτητου όρου για να μπορεί το ΚΚ να προωθεί τη στρατηγική του, να επιβεβαιώνει στην πράξη το ρόλο του ως ιδεολογικής και πολιτικής πρωτοπορίας της εργατικής τάξης. Όσον αφορά τους πολιτικούς φορείς του οπορτουνισμού, επιβεβαιώνεται η ανάγκη σταθερής στοχοποίησής τους και όχι η προβολή τους ως δυνάμει συμμάχων.

Το ΚΚΕ θα συνεχίσει με σταθερότητα και συνέπεια ν’ αποκαλύπτει τις αντιφάσεις, τις ταλαντεύσεις και την τυχοδιωκτική προσαρμοστικότητα του οπορτουνισμού. Θα συνεχίσει στο δρόμο της επεξεργασίας της επαναστατικής του στρατηγικής και της αντίστοιχης πολιτικής γραμμής, έτσι ώστε να τον καταπολεμάει οπουδήποτε εμφανίζεται με τη μεγαλύτερη δυνατή επάρκεια.